Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Στρατούλης ο Πισωστρατούλης

Μια φορά κι έναν καιρό, αλλά ίσως να συμβαίνει σε όλους τους καιρούς, γεννήθηκε ένας γιος.
Η μητέρα του ήταν πολύ περήφανη, τον έπλενε, τον τάιζε, του τραγουδούσε να μεγαλώσει γρήγορα και παρακαλούσε να πάει μπροστά στη ζωή του.
Πέρασαν οι πρώτοι μήνες και το μωρό μια μέρα έπεσε στα τέσσερα και μπουσούλησε!
Η μητέρα χάρηκε πολύ και φώναξε τους γείτονες να δουν πόσο άνετα και πρωτότυπα μπουσουλάει ο κανακάρης της  πηγαίνοντας προς τα πίσω!
Μια γειτόνισσα χειροκρότησε και φώναξε ενθουσιασμένη, πως πρώτη φορά έβλεπε μωρό να μπουσουλάει με αυτόν τον τρόπο, τα συνηθισμένα μωρά μπουσούλαγαν προς τα εμπρός.
Πέρασαν κανά δυο μήνες και το μωρό στάθηκε στα πόδια του και έκανε δυο βήματα και μάλιστα προς τα πίσω.
Η μητέρα φώναξε πάλι τους γείτονες να το θαυμάσουν και η ίδια γειτόνισσα ξαναφώναξε ενθουσιασμένη πως πρώτη φορά έβλεπε μωρό να περπατάει με αυτόν τον τρόπο, πηγαίνοντας δηλαδή προς τα πίσω.
Τα συνηθισμένα μωρά περπατούσαν προς τα εμπρός.


Η μητέρα εξακολουθούσε να είναι πολύ περήφανη που το παιδί της έκανε πράγματα που δεν μπορούσαν να κάνουν τα συνηθισμένα μωρά, γι αυτό όταν το βάφτισαν του έδωσαν το όνομα Πισωστρατούλης.
Υπήρχε μόνον ένα μικρό πρόβλημα όταν το έβγαζε περίπατο, γιατί το παιδί επέμενε να περπατάει ανάποδα.
Το ασυνήθιστο περπάτημα του ασυνήθιστου μωρού συνεχίστηκε μέχρι τα τρία του χρόνια, όταν για πρώτη φορά έκανε δυο βήματα προς τα εμπρός.
Από τότε απέκτησε τη συνήθεια να κάνει δυο βήματα προς τα εμπρός και τρία προς τα πίσω.
Έτσι λοιπόν όταν ήρθε η ώρα να πάει στο σχολείο, έπρεπε να ξεκινούν πολύ νωρίς το πρωί για να φτάσουν στην ώρα τους, καθώς το παιδί χρειαζόταν πολύ περισσότερο χρόνο απ’ ότι τα άλλα παιδιά που περπατούσαν κανονικά
Η μητέρα άρχισε να εκνευρίζεται για την αργοπορία και προσπάθησε να του αλλάξει συνήθεια.
Προσπάθησε με το καλό, προσπάθησε με το άγριο, δεν τα κατάφερε.


Αυτό όμως δεν ήταν το μόνο που έκανε ανάποδα ο Πισωστρατούλης. .
Στο σχολείο η δασκάλα έλεγε πως ενώ όλα τα παιδιά ξεκινούσαν να διαβάζουν από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, ο μικρός ξεκινούσε από το τέλος.
Επίσης έγραφε από το τέλος προς την αρχή της σειράς. Όταν μιλούσε ξεκινούσε τη φράση από το τέλος της.

 Όταν δηλαδή ήθελε να πει. «Εγώ τώρα θα πάω να παίξω μπάλα», έλεγε, «Μπάλα παίξω να πάω θα τώρα εγώ».
Η μητέρα έκανε μεγάλες προσπάθειες να του μάθει να μιλάει σωστά, αλλά εκείνο που κατάφερνε ήταν να τον κάνει να μπερδεύει περισσότερο τις φράσεις.


Το νέο μαθεύτηκε σε όλη τη χώρα και οι ειδικοί έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για την περίπτωση του Πισωστρατούλη.
 Ήρθαν στην πόλη και ζήτησαν να τον εξετάσουν για να βγάλουν τα πορίσματά τους που θα έφερναν στην επιστήμη τα πάνω κάτω.
Εγκαταστάθηκαν λοιπόν στο σπίτι του αγοριού και αφού τελείωσαν οι μελέτες, έτρεξαν να ανακοινώσουν τα αποτελέσματα.


Ο πρώτος ειδικός είπε πως ο Πισωστρατούλης είναι περίπτωση και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε γιατί έτσι γεννήθηκε.
Ο δεύτερος ειδικός είπε πως μάλλον οι μοίρες που ήρθαν στο κρεβατάκι του μωρού, έφτασαν με την ανάποδη.
Ο τρίτος ειδικός πρότεινε στη μητέρα να του αλλάξει το όνομα από Πισωστρατούλη σε Αναποδούλη.
Ο τέταρτος ειδικός γνωμάτευσε πως το παιδί έπρεπε να ξεκινήσει από την τρίτη Λυκείου για να φτάσει στην πρώτη Δημοτικού.
Ένας πέμπτος είπε πως έπρεπε να γεννηθεί γέρος και να μικρύνει μετά.
Για να μην τα πολυλογούμε όλες οι μελέτες ανακοινώθηκαν σε επιστημονικά περιοδικά και συντάραξαν τους επιστήμονες.


Όλα καλά σκεφτόταν η μητέρα μα θεραπεία δεν πρότειναν οι ειδικοί
Η ζωή συνεχίζοταν με τον Πισωστρατούλη να τα κάνει όλα ανάποδα. Εκεί που πήγαινε να διορθώσει ένα και να πάρει η μάνα του μια ανάσα, χαλούσε δύο και πάλι από την αρχή.
Η μάνα ήταν απογοητευμένη και μια μέρα που δεν πήγαινε άλλο, κλείστηκε στο δωμάτιό της για είκοσι τέσσερις ώρες και κάθισε να σκεφτεί πολύ σοβαρά για το τι έπρεπε να γίνει.
Δεν την πείραζε που το καμάρι της διάβαζε και έγραφε από το τέλος προς την αρχή, άλλο τη στεναχωρούσε.
Αν ο γιος της έκανε σε όλη του τη ζωή ένα βήμα μπρος και δύο πίσω, πώς θα πήγαινε μπροστά και πότε θα έφτανε στο τέρμα; Έλεγε μέσα της πως δεν μπορεί, κάτι έφταιγε για να τα κάνει αυτά ο Πισωστρατούλης της και σίγουρα δεν ήταν αυτό που είπαν οι ειδικοί, αλλά κάτι άλλο.


Από την πολύ τη σκέψη της ήρθε μια φαεινή ιδέα,φωνάζει τον πατέρα, τον παππού και τη γιαγιά και τους λέει.
«Ακούστε δω, από αυτή τη στιγμή θα κάνουμε όλοι αυτό που κάνει ο Πισωστρατούλης.
Θα μιλάμε ανάποδα, θα περπατάμε προς τα πίσω και θα μαγειρεύουμε από την ανάποδη.
«Πάει η γυναίκα μου, τρελάθηκε από τον καημό της», σκέφτηκε ο πατέρας, το ίδιο σκέφτηκαν και οι παππούδες.


Την άλλη μέρα το πρωί, σηκώθηκε η γιαγιά να ετοιμάσει πρωινό. Μόλις πήραν όλοι τη θέση τους στο τραπέζι, σέρβιρε το βούτυρο και τη μαρμελάδα χωρίς ψωμί και μαχαιροπήρουνα και εξαφανίστηκε.
Έμειναν όλοι ακίνητοι και πιο ακίνητος ο Πισωστρατούλης γιατί δεν ήξερε τι να το κάνει το σκέτο βούτυρο και τη σκέτη μαρμελάδα.
Περίμενε, περίμενε, δεν μπορούσε να φάει και φώναξε.
«Ε, γιαγιά, τι γίνεται εδώ, θα φάμε σήμερα;»
Αυτό βέβαια το φώναξε με τον δικό του τρόπο δηλαδή από τα πίσω προς τα εμπρός.
«Ποιος σε εμποδίζει;», ρωτάει η γιαγιά.
«Σκέτο βούτυρο θα φάμε;»
«Α, ναι ξέχασα το ψωμί, λέει η γιαγιά και φέρνει ένα πανεράκι γεμάτο με τριμμένη ψύχα. Ορίστε, στρώστε το ψωμί στο βούτυρο και στη μαρμελάδα».
Ο Πισωστρατούλης κοιτάζει παραξενεμένος μια το βούτυρο και μια τους γονείς του που προσπαθούσαν να κάνουν όπως τους είπε η γιαγιά και μάλιστα με τα χέρια.
«Πού είναι τα μαχαιράκια;» ρωτάει έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
«Α, τα μαχαιράκια, λέει η γιαγιά, φάτε πρώτα και θα τα φέρω μετά».


Το αγόρι δεν καταλάβαινε τίποτε, αλλά ήταν όλοι πολύ σοβαροί και σηκώθηκαν από το τραπέζι γρήγορα για να πάνε στις δουλειές τους.
Το ίδιο έγινε και το μεσημέρι, όπου η γιαγιά έβαλε την κατσαρόλα με τη φασολάδα στη μέση του τραπεζιού, χωρίς πιάτα και κουτάλια και τους είπε ν’ αρχίσουν να τρωνε γιατί ήθελε να μαζέψει γρήγορα το τραπέζι.
Ο Πισωστρατούλης ρίχνει μια ματιά στην κατσαρόλα, δεν έμοιαζε και πολύ με φασολάδα εκείνο το πράγμα, καθώς έβλεπε μόνο φασόλια καμένα στον πάτο μέσα σε άβραστο νερό.
Όταν ρώτησε πώς είναι έτσι αυτά τα φασόλια, πήρε την απάντηση από τη γιαγιά του.
«Α, ξέχασα να σας πω, δοκίμασα μια καινούργια σήμερα, έβρασα πρώτα τα φασόλια και μετά έριξα το νερό».
Βέβαια σηκώθηκαν και κείνη τη φορά νηστικοί από το τραπέζι, αφού δεν υπήρχαν ούτε κουτάλια για να φάνε έστω το νερό.


Αυτό συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες, με τον Πισωστρατούλη να ψάχνει κάτι πρόχειρο στο ψυγείο για να χορτάσει την πείνα του.
Εκείνη η εβδομάδα πέρασε κακήν κακώς και την Κυριακή το πρωί ο πατέρας του πρότεινε να πάνε βόλτα στο ποτάμι όπου μαζεύονταν πολλά παιδιά και έπαιζαν κάθε λογής παιχνίδια. Αυτή την Κυριακή μάλιστα θα έβλεπαν και κουκλοθέατρο.
Ξεκίνησαν από το σπίτι με τον Πισωστρατούλη να κάνει ένα βήμα μπροστά, δυο πίσω.
Με μεγάλη του όμως έκπληξη είδε τον πατέρα του να κάνει ένα βήμα μπροστά και τρία πίσω!
Συνέχισαν να περπατάνε, η ώρα περνούσε και εκείνοι δεν είχαν καταφέρει να φτάσουν ούτε μέχρι τη γωνία.
Το αγόρι αγανάκτησε και σκέφτηκε πως ήταν πολύ βαρετό αυτό που έκανε ο πατέρας του και θα έχαναν και το κουκλοθέατρο.
Πήγε μεσημέρι όταν επί τέλους κατάφεραν να φτάσουν, όμως οι παρέες είχαν φύγει και στο ποτάμι ήταν μόνοι τους.


Γύρισαν στο σπίτι με τον ίδιο τρόπο όπου έφτασαν το βράδυ και ο μικρός ήταν πολύ κουρασμένος γιατί αναγκάστηκε ν’ ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του που δεν τον πήρε αγκαλιά αυτή τη φορά για να φτάσουν γρήγορα, ούτε πήγαν με το αυτοκίνητο.
Το επόμενο βράδυ ζήτησε από τη μαμά του να του διαβάσει ένα παραμύθι για να κοιμηθεί.
Τότε η μητέρα πήρε το βιβλίο με το αγαπημένο του παραμύθι και άρχισε να διαβάζει.
 «Καλύτερα μεις και καλά αυτοί έζησαν και....»
«Αυτό πει θα τι», ρωτάει ο Πισωστρατούλης με τον δικό του τρόπο που σήμαινε «Τι θα πει αυτό;» στην κανονική γλώσσα.
 Η μητέρα δεν απάντησε και συνέχισε να διαβάζει από τα πίσω προς τα εμπρός με αποτέλεσμα ο Πισωστρατούλης να βαρεθεί αφού δεν καταλάβαινε τίποτε και να κοιμηθεί πριν την ώρα του.


Το επόμενο Σάββατο η μητέρα του είπε να ντυθεί γιατί θα πήγαιναν στα γενέθλια του εξαδέλφου του και η θεία είχε φτιάξει τούρτα σοκολάτα που του άρεσε πολύ.
Ξεκίνησαν με τον Πισωστρατούλη να ανυπομονεί να φτάσουν για να φάει την τούρτα, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη η μητέρα βάδιζε όπως και ο πατέρας την προηγούμενη Κυριακή.
 Στα γενέθλια έφτασαν αργά το βράδυ αφού η τούρτα είχε φαγωθεί και για τον μικρό δεν έμεινε ούτε μια σταγόνα σιρόπι.


Ο Πισωστρατούλης κόντευε να σκάσει από το κακό του και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχαν πάθει οι δικοί του και έκαναν όλα τα πράγματα ανάποδα.
Εδώ κάτι δεν πήγαινε καλά και έπρεπε να το διορθώσει.
Έτσι λοιπόν την τρίτη εβδομάδα και αφού είδε ότι ήταν σαν να είχαν σταματήσει τα πάντα αποφάσισε να μιλήσει στους γονείς του.
Ρωτάει τον πατέρα του. «Μπαμπά γιατί περπατάς με ένα βήμα μπρος και τρία πίσω;»
«Μα σκέφτηκα ότι ίσως είναι καλύτερα έτσι αφού αυτό κάνεις κι εσύ», λέει ο πατέρας,
Μετά ρωτάει και τη μητέρα του, «Μαμά γιατί μου διαβάζεις τα παραμύθια αρχίζοντας από το τέλος και δεν καταλαβαίνω τίποτε;»
«Μα σκέφτηκα ότι αυτός ίσως είναι ο πιο σωστός τρόπος, αφού κάνεις κι εσύ το ίδιο» απαντάει η μητέρα.
Ύστερα ρωτάει τη γιαγιά του. «Γιαγιά γιατί μας λες να στρώσουμε το ψωμί στο βούτυρο και όχι το βούτυρο στο ψωμί;»
«Τι σημασία έχει; απάντησε η γιαγιά, το ίδιο δεν είναι;»
«Πώς είναι το ίδιο, αφού το ψωμί δεν στρώνεται στο βούτυρο»
«Μπα, πώς το ξέρεις εσύ αυτό;»
«Αφού πάντα στρώναμε το βούτυρο και τη μαρμελάδα στο ψωμί» λέει ο Πισωστρατούλης.
«Κι εμείς πάντα βαδίζαμε προς τα εμπρός, αλλά εσύ περπατάς μια μπρος και μία πίσω και μιλάς από τα πίσω προς τα εμπρός. Σκέφτηκα κι εγώ λοιπόν πως όλα τα πράγμα γίνονται και με αυτόν τον τρόπο», λέει η γιαγιά.


Ο Πισωστρατούλης που κατά τα άλλα ήταν ένα πολύ έξυπνο παιδί, κάθισε και τα σκέφτηκε όλα καλά.
Αυτά που έκαναν οι δικοί του ήταν πολύ ενοχλητικά και δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα.
 Άρα όλα τα πράγματα έπρεπε να γίνονται με μια σειρά, να ξεκινούν δηλαδή από την αρχή και να φτάνουν στο τέλος και αφού κάτι ξεκινά έπρεπε να προχωρά μπροστά και όχι πίσω.
Αφού τα σκέφτηκε από δω, τα σκέφτηκε από κει, αποφάσισε πως έπρεπε να δώσει το καλό παράδειγμα στους δικούς του.
Κοιμήθηκε ήσυχος και όταν ξύπνησε το άλλο πρωί, ως δια μαγείας μίλησε κανονικά, πήγε στο σχολείο περπατώντας μόνο με βήματα προς τα εμπρός, και προς μεγάλη έκπληξη της δασκάλας διάβασε και έγραψε όπως όλοι οι άνθρωποι.


Το καινούργιο νέο διαδόθηκε πάλι σε όλη τη χώρα, έφτασε και στα αυτιά των ειδικών που είχαν μελετήσει και έβγαλαν τα συμπεράσματά τους για τη σπάνια περίπτωση του παιδιού με το πισωπερπάτημα.
Όλοι περίμεναν με αγωνία τις καινούργιες ανακοινώσεις των ειδικών, εκείνοι όμως σιώπησαν γιατί ήταν πολύ ειδικοί για να δεχτούν πως είναι δυνατόν να συμβεί κάτι πέρα από τα δικά τους συμπεράσματα.


Εκείνο όμως που έχει σημασία, είναι πως ο Πισωστρατούλης από τότε, έκανε βήματα μόνο προς τα εμπρός και όλα τα άλλα τα έκανε σωστά, τόσο που του έκοψαν το μισό όνομα και τώρα τον έλεγαν Στρατούλη.
Έτσι έγιναν τα πράγματα και έζησαν πραγματικά αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.