Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

To ανόητο δέντρο



Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και έλεγαν παραμύθια, έτυχε ο προπάππος του προπάππου μου να ακούσει μια αληθινή ιστορία που μοιάζει με παραμύθι.
Μπορεί όμως και να είναι ένα παραμύθι που μοιάζει με αληθινή ιστορία, Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που άλλος πιστεύει το πρώτο και άλλος το δεύτερο, γι' αυτό μπορείτε κι εσείς να πιστέψετε αυτό που σας φαίνεται πιο σωστό.



Λένε, πως ένα πουλί που πετούσε από δω και από κει, άφησε να πέσει από το ράμφος του ένα σπυρί..
 Έπεσε ανάμεσα σε δυο πλαγιές ενός ψηλού πέτρινου γκρίζου βουνού.


Την άλλη χρονιά στη θέση που έπεσε ο σπόρος φύτρωσε ένα μικρό, τόσο δα πράσινο κλαράκι.


Ο καιρός περνούσε και το κλαράκι έγινε κλωνί και το κλωνί έγινε κλώνος και ο κλώνος έγινε ένα μικρό όμορφο δεντράκι.


Το βουνό σαν είδε την καινούργια ζωή, ένιωσε χαρά μεγάλη.


«Επί τέλους, είπε, δεν θα είμαι μόνο από πέτρα, θα έχω και κάτι πράσινο να απαλύνει τη μοναξιά μου, ίσως αλλάξω και γίνω ένα καταπράσινο βουνό, ίσως γίνω και ένα δάσος και τότε, πω-πω τι ευτυχία, πουλιά θα πετούν γύρω μου και θα μου τραγουδούν».


Έτσι σκεφτόταν το πέτρινο βουνό και έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει το μικρό δέντρο να μεγαλώσει.


Και πραγματικά, καθώς οι χειμώνες και τα καλοκαίρια έρχονταν και έφευγαν και καινούργιοι χειμώνες και καινούργια καλοκαίρια έβλεπαν το δέντρο να μεγαλώνει, το μικρό δεντράκι ψήλωσε, δυνάμωσε και τίναξε κλώνους και κλωνιά, έτσι που έγινε ένα κανονικό δέντρο.
Το βουνό καμάρωνε και χαιρόταν και από τη χαρά του άρχισε να ομορφαίνει.


Το δέντρο από την άλλη μεριά ήταν πολύ περήφανο για τον εαυτό του. Κοιτούσε γύρω του και αγαλλίαζε η ψηχή του που δεν υπήρχε τίποτε άλλο πιο όμορφο από το ίδιο. Κάθε πρωί μετρούσε το μπόι του και ανυπομονούσε να ψηλώσει περισσότερο. Είχε βάλει στόχο να φτάσει στο ίδιο ύψος με τις δυο κορφές του βουνού που έβλεπε δεξιά και αριστερά του.


Μια φορά, κάποια από τις Άνοιξες που πέρασαν από το πέτρινο βουνό, στάθηκε λίγο περισσότερο, καμάρωσε κι εκείνη το δέντρο αλλά κάτι της φάνηκε παράξενο και θέλησε να το ξεδιαλύνει.


Κάθισε λοιπόν και μίλησε μαζί του. «Δεν χρειάζεται να ρωτήσω για την υγεία σου, του είπε, σε βλέπω πολύ ζωηρό, χλωμάδα δεν υπάρχει στο πρόσωπό σου, είσαι ψηλό και δυνατό. Ένα δεν καταλαβαίνω, αφού είσαι γερό, θα έπρεπε ήδη να έχεις ρίξει το σπόρο σου στη γη».
«Και γιατί να το κάνω αυτό;»
«Γιατί αυτός είναι ο νόμος της ζωής, έτσι γεννάει η μια ζωή την άλλη και γιατί μετά από αυτό θα έχεις μια ωραία παρέα», εξήγησε η Άνοιξη.
«Χα, γέλασε το δέντρο, μα εγώ δεν θέλω να γίνει έτσι, έχω άλλο σκοπό στη ζωή μου. Θέλω να ψηλώσω περισσότερο, θέλω να φτάσω τις κορφές».
«Άδικα κοπιάζεις, απάντησε η Άνοιξη υπομονετικά, αυτό δεν θα το καταφέρεις ποτέ».
«Μπα, έτσι λες , είπε το δέντρο με αναίδεια, θα το είχα ήδη καταφέρει αν εσύ ήξερες να κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου,
 θα έπρεπε να μένεις περισσότερο κοντά μου και να με βοηθάς.
Φέτος θα μείνεις εδώ, δεν θα σε αφήσω να φύγεις πριν γίνει αυτό που θέλω», είπε με πείσμα το δέντρο.


Η Άνοιξη ευαίσθητη και τρυφερή καθώς είναι, απογοητεύτηκε από τα λόγια του ανόητου δέντρου και πέταξε μακριά από το πέτρινο βουνό.


Το βουνό που άκουσε τη συζήτηση, θέλησε να το λογικέψει .
«Είσαι τόσο όμορφο, είπε στο δέντρο, κρίμα να είσαι ανόητο, κάνε αυτό που σε συμβούλεψε η Άνοιξη, έτσι θα βοηθήσεις να πραγματοποιηθεί και το δικό μου όνειρο.
Ονειρεύομαι να αποκτήσω καταπράσινες πλαγιές».
«Αυτό ξέχνα το, είμαι μοναδικό και θα παραμείνω μοναδικό, και ύστερα με ενδιαφέρει μόνο το δικό μου όνειρο και καθόλου το δικό σου», είπε με έπαρση το δέντρο.


Το βουνό έγινε πιο γκρίζο από τη στεναχώρια του που τόσο καιρό έτρεφε μάταιες ελπίδες. και δεν ξαναμίλησε ούτε ξαναβοήθησε το δέντρο.


Η φιλοδοξία του δέντρου διαδόθηκε στη γύρω περιοχή και στα χρόνια που ήρθαν, όλοι είχαν την περιέργεια να δουν τι θα συμβεί.
Οι Άνοιξες έμεναν όλο και λιγότερο στο πέτρινο βουνό και οι χειμώνες περιγελούσαν το δέντρο καθώς το έβλεπαν να χάνει τα λίγα καινούργια βλαστάρια που είχε αποκτήσει.


Πέρασε πολύς καιρός και το δέντρο από τη μεγάλη προσπάθεια να ρίξει μπόι όλο και αδυνάτιζε, όλο και χλώμιαζε.
Δεν ήταν πια το δυνατό όμορφο δέντρί που όλοι καμάρωναν και όλοι περίμεναν να απλωθεί και να αγκαλιάσει το βουνό.


Στο τέλος, βαρέθηκαν να ασχολούνται μαζί του, ξέχασαν και την περιέργειά τους και έμαθαν μόνο το νέο που τους είπε ο τελευταίος χειμώνας που πέρασε από το πέτρινο βουνό.


. «Το βουνό είναι καλά και σας στέλνει χαιρετίσματα. Οι κορφές του είναι το ίδιο ψηλές και αγέρωχες. Το ανόητο δέντρο χάθηκε από την πλαγιά .
Είδα μόνον κάτι ξεραμένα ξύλα πεσμένα στη χαράδρα».



Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

O άνθρωπος το πουλί και το λουλούδι...

Βρέθηκαν κάποτε μαζί σε έναν κήπο, ένας άνθρωπος, ένα πουλί και ένα λουλούδι
Το λουλούδι είχε χρώματα σπάνια, ήταν όμορφο και δροσερό, μοσχοβολούσε και λικνίζονταν στο φύσημα του αγέρα.
Το πουλί ήταν χαριτωμένο, ανάλαφρο και κελαηδούσε όμορφα.
Ο άνθρωπος ήταν νέος και καλοφτιαγμένος. Καθόταν στο γρασίδι σκεφτικός και αφηρημένος με τα μάτια κλειστά.
Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή να λέει.
-Αχ, πόσο σε λυπάμαι φίλε!
Πετάγεται όρθιος ο άνθρωπος να δει ποιος μίλησε, κανείς δε φαινόταν, σκέφτεται πως ήταν η φαντασία του και ξανακάθεται.
Σε λίγο ακούγεται πάλι η ίδια φωνή.

-Εχ, τίποτα δεν έχεις καταλάβει από τη ζωή...


Τρομάζει ο άνθρωπος ψάχνει γύρω, τίποτε, σκέφτεται πως αυτό εδώ το μέρος είναι στοιχειωμένο και τρέχει να φύγει.
Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του ένα πλασματάκι τόσο δα που ήταν και δεν ήταν αληθινό και του λέει.


-Πού πας άνθρωπε, μείνε να χαρείς την ομορφιά.


Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να μιλήσει ούτε να κουνηθεί από την τρομάρα του και το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν συνεχίζει.
-Πιάσε κουβέντα με αυτό το όμορφο λουλούδι και κείνο το παραδεισένιο πουλί. Μίλησε μαζί τους και θα μάθεις πολλά.
Συνέρχεται ο άνθρωπος, σκέφτεται τα λόγια που άκουσε και αποφασίζει να κάνει ότι είπε το πλασματάκι. Πιάνει λοιπόν την κουβέντα στο λουλούδι.
-Τώρα που σε κοιτάζω βλέπω πως είσαι. όμορφο και μυρίζεις υπέροχα. Κρίμα όμως!
-Κρίμα, γιατί; ρωτάει το λουλούδι.
-Κρίμα γιατί σε λίγο θα μαραθείς
Ακούει το πουλί και μπαίνει στην κουβέντα.
-Αχ, ευτυχώς που δεν είμαι λουλούδι..
-Αχ, αναστενάζει πάλι ο άνθρωπος, και σένα σε κλαίω.
-Γιατί το λες αυτό; τιτιβίζει το πουλί, τι ανάγκη έχω εγώ που σκίζω τον αγέρα με τα δυνατά μου φτερά;
-Μπορεί να σκίζεις τον αγέρα και να έχεις δυνατά φτερά, αλλά δε σημαίνει τίποτα.
-Χα! Ποιός το λέει αυτό άνθρωπέ μου, δε βλέπεις που πετάω όπου θέλω;
-Πετάς τώρα, αν όμως αύριο σε σημαδέψει κάποιος με σφεντόνα; Θα σου σπάσει τα φτερά και δεν θα μπορείς να πετάξεις.
-Βρε τι είναι αυτά που λες; Κι εγώ που σου τραγουσούσα τόση ώρα! Δηλαδή νομίζεις πως είναι καλύτερα να μην έχει κανείς φωνή και φτερά;
-Ε, δε λέω, μπορεί εσύ να έχεις φωνή αλλά αν κάποτε πληγωθείς, θα μπορείς να κηλαϊδίσεις;

Το λουλούδι που παρακολουθεί χωρίς να μιλάει, ακούγεται να λέει.
-Α, όσο γι αυτό, εγώ δεν κινδυνεύω να μου σπάσουν τα φτερά..
-Ναι καλά, λέει ο άνθρωπος, εσένα όμως μπορεί να σε κόψουν.
-Ποιός να με κόψει καλέ και γιατί να το κάνει;
-Δεν έχεις ακούσει για λουλούδια που μπαίνουν στο βάζο;
-Πως, βέβαια, πετάγεται το πουλί, έχω δει ανθρώπους να κόβουν τα λουλούδια.
-Εσύ μη μιλάς, λέει ο άνθρωπος, γιατί εσένα μπορεί να σε πιάσουν και να σε κλείσουν σε κλουβί.
-Εμένα σε κλουβί, ας γελάσω, κάνει το πουλί. Τα πουλιά γεννήθηκαν για να πετούν ως τον ουρανό. Πώς να πετάξουν μέσα στο κλουβί;
-Αχ, κάνει ο άνθρωπος, τα πράγματα είναι ακριβώς όπως σας τα λέω, κρίμα είστε και οι δύο. Τόση ομορφιά χαμένη.


Σωπαίνουν για λίγο και οι τρεις. Το πουλί και το λουλούδι σκέφτονται τι μέτρα να πάρουν για να αποφύγουν τα δυσάρεστα που άκουσαν από τον άνθρωπο.
-Δηλαδή, λέει το πουλί για να μην πάθω όσα λες, πρέπει να σταματήσω να πετάω και να κρυφτώ σε έναν θάμνο. Τότε τι πουλί θα ήμουν;
-Μπα, εκεί μπορεί να σε αρπάξει η αλεπού, άσε που μπορεί να πέσεις σε καμιά παγίδα.
-Κι εγώ λέει το λουλούδι, να σταματήσω ν’ ανθίζω και να μυρίζω όμορφα. Μα τότε τι λουλούδι θα ήμουν;
-Δε βαριέσαι, ξαναλέει ο άνθρωπος και να σταματήσεις να ανθίζεις μπορεί να σε κόψουν από τη ρίζα.
-Μα αν είναι όπως τα λες γιατί να υπάρχουν λουλούδια και πουλιά στη φύση; ρωτούν και οι δύο με ένα στόμα.
-Άντε ντε, όλα είναι μάταια, απαντάει ο άνθρωπος αναστενάζοντας.
-Καλά για μας, ψιθυρίζει το λουλούδι, εσύ όμως γιατί είσαι δυστυχισμένος;
-Πώς να μην είμαι, κάνει ο άνθρωπος, μήπως εγώ ξέρω τι θα πάθω φεύγοντας από δω; Μπορεί στο δρόμο να με τσιμπήσει ένα φίδι, ή μπορεί να πέσει πάνω μου κεραυνός, ή να με σκοτώσει κανένας ληστής.
-Βρε τι είναι αυτό που μας βρήκε σήμερα, νευριάζει το πουλί, τι χαζό είμαι που κάθομαι και σε ακούω, μια καλή κουβέντα δεν μας είπες. Ας πετάξω εγώ όπως πετούσα να χαρώ αυτή τη θαυμάσια μέρα. Αυτό μου έλειπε τώρα να αρχίσω να φοβάμαι που είμαι πουλί.
Αυτά φώναξε και πέταξε ψηλά.
Το λουλούδι κοιτάζει το πουλί να πετάει και μαλώνει τον άνθρωπο.
-Βλέπεις τώρα τι έκανες, αν δεν μας έλεγες ανοησίες το πουλί θα καθόταν στα κλωνάρια μου και θα κάναμε μια χαρά παρέα. Στο κάτω- κάτω αν με κόψουν θα ανθίσουν άλλα λουλούδια. Μπα σε καλό σου, άσε με άνθρωπέ μου να λουστώ με τον ήλιο, να χορέψω με τ’ αγέρι και να μοσχοβολήσω. Πήγαινε στο καλό σου.


Ο άνθρωπος αναστενάζει πάλι και σηκώνεται να φύγει σκυφτός και κουρασμένος. Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν.


-Τι να σου πω, του λέει, ρόιδο τα έκανες. Εγώ είπα να μιλήσεις με το λουλούδι και το πουλί γιατί νόμιζα πως θα ήσουν ευτυχισμένος βλέποντας τόση ομορφιά. Ήθελα να μάθεις από το πουλί πόση ευτυχία νιώθει όταν πετάει και από το λουλούδι πώς είδε τον ήλιο να στεγνώνει τις δροσοσταλίδες που του έριξε η νύχτα.


Άντε σύρε στο καλό, εύχομαι να μην πάθεις όσα φοβάσαι…


Μόνο να με θυμηθείς την επόμενη φορά που θα βρεθεί μπροστά σου ένα πουλί και ένα λουλούδι!