Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ο καυγάς του Χριστουγεννιάτικου δέντρου






Το σπίτι είναι ανάστατο σήμερα. Στο σαλόνι υπάρχουν κούτες που κάτι κρύβουν μέσα, χαρτιά που κάτι άλλο έχουν τυλιγμένο και διάφορα άλλα μυστήρια πραγματάκια που ο θεός και η μαμά γνωρίζουν σε τι μπορεί να χρησιμεύουν. 
Σε λίγο όλα ξεκαθαρίζουν.  Ο πατέρας εμφανίζεται με ένα μεγάλο έλατο και με μάτια που λάμπουν από χαρά, λες και είναι μικρό αγόρι, ξεφωνίζει πως πρέπει  ν' αρχίσουν το στόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Τα παιδιά της οικογένειας, ο Θάνος και η Ειρήνη άλλο που δεν θέλουν και όλοι μαζί, από τη γιαγιά μέχρι το Ρούλη, το σκυλάκι τους, σηκώνουν τα μανίκια και πιάνουν δουλειά.
Οι γονείς στήνουν το έλατο στην πιο φωτεινή γωνιά του σαλονιού, κοντά στο τζάκι και δίνουν το σύνθημα.
Οι κούτες ανοίγουν και τα στολίδια βρίσκονται μπροστά στα μάτια τους.
Ο Θάνος και η Ειρήνη δεν ξέρουν τι να διαλέξουν, είναι όλα τόσο όμορφα.
Χρυσά και ασημένια αστέρια, μπάλες από χάντρες και πούλιες που λάμπουν, αγγελάκια και νεραϊδούλες φτιαγμένα από χρυσόχαρτα, και ένα σωρό άλλα φανταχτερά στολίδια.


Τα παιδιά διαλέγουν με προσοχή τα παιχνίδια, σκαρφαλώνουν σε καρέκλες, και προσπαθούν να φτάσουν τα μικρά κλαδιά για να κρεμάσουν τα μικρά στολίδια.
Ήθελαν να τελειώνουν πρώτα με το ψηλότερο μέρος για να κρεμάσουν μετά τα μεγάλα στολίδια στο κάτω μέρος του δέντρου που ήταν πιο εύκολο.


Με αυτή τη δουλειά όμως ξεσπάει ένας αναπάντεχος καυγάς.


Καθώς λοιπόν στολίζουν την κορφή, τα μικρά κλαδιά καμαρώνουν και κουνιούνται κάθε φορά που κρεμιέται κάποιο παιχνίδι.
Αυτό όμως κάνει τα μεγαλύτερα κλαδιά που είναι στο κάτω μέρος να θυμώνουν, γιατί σκέψου τώρα αυτή η επιπολαιότητα να γίνει αιτία και να σωριαστεί ολόκληρο στο πάτωμα.
Κάποια στιγμή ακούγεται το πιο μεγάλο κλαδί να λέει.
«Ε σεις εκεί πάνω, σταματήστε λίγο το κούνημα»
«Χα,χα,χα…» παίρνει την απάντηση.


Το κούνημα συνεχίζεται και ολόκληρο το έλατο τρέμει επικίνδυνα. Έτσι αναγκάζεται και το δεύτερο μεγάλο κλαδί να επέμβει.
«Βρε σεις μικρά, τι κουνιέστε και λυγιέστε έτσι; Αν δεν ησυχάσετε θα βρεθείτε μαδημένα».
«Χα,χα,χα…» ακούγεται και πάλι ως απάντηση και το κούνημα συνεχίζεται.


Και σα να μη έφτανε αυτό, τα μικρά κλαδιά αρχίζουν τώρα να μαλώνουν μεταξύ τους, γιατί το καθένα ήθελε να στολιστεί πρώτο.
Μάλωμα στο μάλωμα, πάνε και μπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο.
Πάνω εκεί  μπαίνουν σε μπελάδες και τα παιδιά που έπρεπε πρώτα να τα ξεμπλέξουν και μετά να τα στολίσουν.
Εκτός από αυτό, κάποια στιγμή πιάνουν και τα δύο το ίδιο στολίδι, ένα χρυσό κουκουνάρι, ο Θάνος το θέλει, η Ειρήνη το θέλει και δυστυχώς αναγκάζονται να βάλουν τις φωνές οι γονείς.



Τα μεγάλα κλαδιά άρχισαν να ζαλίζονται.
Δεν φτάνει που έκαναν τόσην ώρα υπομονή και στολίδι δεν είχαν πάρει ακόμη, είχαν και τη φασαρία των μικρών κλαδιών, των παιδιών και των γονιών.


Από την άλλη μεριά, τα στολίδια γίνονται ανήσυχα και δίνουν  τη δική τους μάχη για να βρεθούν στην κορυφή.
Κάθε φορά που τα χέρια των παιδιών πιάνουν ένα αστέρι, οι μπάλες φουρκίζονται, μία μάλιστα τσιμπάει το χέρι της Ειρήνης για να της θυμίσει πως είναι κι αυτή εκεί.
Μια μικρή καμπανούλα που βρίσκεται στο σπίτι από τον καιρό της γιαγιάς και ήταν πάντα της γλωσσού και φασαριόζα, δεν μπόρεσε να χωνέψει την προσβολή.
«Βρε τι γίνεται εδώ! Πότε θα με πάρουν εμένα και πού θα με βάλουν; Μου αλλάζουν θέση συνεχώς, βαρέθηκα να είμαι μια κάτω και μια πάνω.
Θέλω τη θέση που μου ανήκει δικαιωματικά.
Είμαι το πιο παλιό στολίδι και απαιτώ να στολίσω το πιο ψηλό κλαδί!»


Ακούν τα άλλα στολίδια και φουρκίζονται.
«Καλέ τι μας λες! Κι εμείς πότε θα πάρουμε σειρά; Στο κάτω-κάτω είσαι μια απλή καμπάνα. Τι να πω κι εγώ που είμαι φορτωμένη με χάντρες!», λέει μια καινούργια πλουμιστή μπάλα.


Με την κατάσταση αυτή δημιουργείται μια περίεργη αναστάτωση.
Το δέντρο τρέμει επικίνδυνα, τα στολίδια ανακατεύονται, οι καρέκλες που πάνω τους έχουν σκαρφαλώσει ο Θάνος και η Ειρήνη τρίζουν, τα παιδιά βάζουν τα κλάματα και οι γονείς εκνευρίζονται.


Εκεί που κινδυνεύουν όλα να καταστραφούν, ξεπροβάλλει από τα χαρτί που ήταν προσεκτικά τυλιγμένο, το μεγάλο αστέρι της κορυφής.
Είναι έθιμο, το μεγάλο αστέρι να το τοποθετεί κάθε χρόνο ο ίδιος ο πατέρας στην κορυφή, και μόνο όταν τελείωνε το στόλισμα του δέντρου.
Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν το είχε ενοχλήσει ακόμη κανείς.
Αφημένο στη γωνιά του και στην ησυχία του, είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί όλη αυτή την τρελή ιστορία.
«Χμ… σκέφτεται, κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια και καλά το δέντρο, πρώτη φορά μπαίνει στο σπίτι, δεν έχει ξαναζήσει το στόλισμα, στα παλιά στολίδια όμως δεν μπορώ να συγχωρήσω αυτές τις βλακείες. Θα τους τα πω ένα χεράκι»
Βγάζει τη μια του κορυφή από το μαλακό χαρτί και μιλάει αυστηρά.
«Δεν μου λέτε βρε συνάδελφοι, τι ανοησίες είναι αυτές;»
Τα στολίδια ξαφνιάζονται, κοιτάζονται αμήχανα μεταξύ τους, εκτός από τη γλωσσού καμπάνα.
«Κοίτα ποιος μιλάει! Βέβαια, τι ανάγκη έχεις εσύ που βρίσκεσαι πάντα στην κορυφή, ρώτα και μένα!»
«Εσύ δεν πρέπει να μιλάς έτσι, λέει το μεγάλο αστέρι. Ξέρεις πως όλα τα στολίδια την ίδια δουλειά κάνουμε, τι σημασία έχει ποιο θα κρεμαστεί πάνω και ποιο κάτω.
Ένα στολίδι μόνο του δεν μπορεί να στολίσει το δέντρο, αυτό γίνεται όμορφο από τη δικιά μας ομορφιά.
Άλλωστε, μη νομίζετε, είναι βαρετό να είσαι κάθε χρόνο στο ίδιο μέρος και μάλιστα, στο πιο ψηλό κλαδί.
Ξέρεις πόσες φορές ζαλίστηκα και κινδύνεψα να πέσω; Τρέμει η καρδιά μου εκεί πάνω.
Σταματείστε λοιπόν τη φασαρία και περιμένετε τη σειρά σας. Όλοι θα πάρουμε».


Ακούν τα στολίδια και νιώθουν μια ντροπή. Ξανακοιτάζονται μεταξύ τους και συμφωνούν να κάνουν ότι τους είπε το αστέρι. Κάθονται λοιπόν ήσυχα-ήσυχα και περιμένουν τη σειρά τους.


Έλα όμως που το δέντρο δεν άκουσε την κουβέντα που έκαναν τα στολίδια.
Κάθε φορά λοιπόν που δεν άρεσε στα κλαδιά το στολίδι που κρέμαγαν τα παιδιά, εκείνο πείσμωνε, έβαζε εμπόδια και το καημένο το στολίδι πήγαινε από το ένα κλαδί στο άλλο και πολύ ταλαιπωρούνταν μέχρι να βρει τη θέση του.


Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ήρθε η ώρα να στήσουν καυγά τα κλαδιά με τα στολίδια.
«Ουφ! Τι δέντρο είναι αυτό φέτος, από πού μας ήρθε», διαμαρτύρονταν τα στολίδια.
«Αμάν πια, φώναζε το δέντρο, αν ήξερα πως έχει τέτοια ταλαιπωρία το στόλισμα, καθόμουνα στ’ αυγά μου.
Τι φαεινή ιδέα κι αυτή να γίνω Χριστουγεννιάτικο!»


Για να μην τα πολυλογούμε όμως, ήρθε και η στιγμή που όλα πήραν τη θέση τους.
Το κάθε κλαδί πήρε το στολίδι του και το κάθε στολίδι βρήκε το κλαδί του.
Αφού τελείωσε το στόλισμα, τοποθετήθηκε και το μεγάλο αστέρι στην κορυφή, το χριστουγεννιάτικο δέντρο κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε τα στολίδια να λάμπουν και να χορεύουν απαλά, κρατημένα από τα κλαδιά του.
Είδε τα παιδιά και τους γονείς να το θαυμάζουν και να κάνουν χαρές και χωρίς να θέλει του ξεφεύγει μια φωνή.


«Αχ, είμαι πανέμορφο. Τι καλά που διάλεξα να γίνω ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο, χαλάλι η ταλαιπωρία.
Και του χρόνου το ίδιο θα κάνω


Αυτή τη φράση του δέντρου δεν την άκουσε κανείς. Άκουσαν όμως μια άλλη και όλοι ήταν σίγουροι πως ακούστηκε από το στολισμένο δέντρο.


«Χριστός γεννάται! Καλά Χριστούγεννα!»