Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Tα παραμύθια δεν είναι παίξε γέλασε

Αυτό το blog δημιουργήθηκε αποκλειστικά για τη δημοσίευση παραμυθιών από την έντυπη συλλογή με δικά μου παραμύθια. Γιατί πιστεύουμε πως το παραμύθι έίναι ψυχαγωγία και δικαίωμα όλων. Μη μου πείτε μόνο πως παραμύθια διαβάζουν τα παιδιά, οι μεγάλοι τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Θα δημοσιεύεται ένα παραμύθι κάθε δεκαπενθήμερο.
Αρχίστε το διάβασμα και θα με θυμηθείτε...
Για αρχή, το ίδιο που αναρτήθηκε στο alataki μου σήμερα.



Ο επιστήμων κ. Λύκος
Μια φορά, αλλά αυτά συμβαίνουν πολλές φορές, στο χωριό ζούσε μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες. Είχαν σπίτι, λίγα χωραφάκια για να σπέρνουν στάρι, πρόβατα και γίδια, ένα-δυο τσοπανόσκυλα και παιδιά. Όλες οι οικογένειες είχαν από δυο παιδιά και πάνω, άλλος τρία, άλλος τέσσερα και πέντε, παρ’ εκτός από ένα αντρόγυνο που είχε ένα γιο, μοναχοπαίδι.
Τα παιδιά των χωριανών σα μεγάλωσαν, ανέλαβαν τα χωράφια και τα γιδοπρόβατα, παντρεύτηκαν, έκαναν τα δικά τους παιδιά και οι γονείς ξεκουράζονταν και τα καμάρωναν.
Το μοναχοπαίδι σα μεγάλωσε, είπε στους γονιούς.
«Μάνα, πατέρα, ελάτε να σας χαιρετήσω, αύριο με το χάραμα φεύγω για την πρωτεύουσα.
«Θεός φυλάξοι, σταυροκοπήθηκαν οι γονείς.
«Μάνα, πατέρα, πάω να γίνω επιστήμων.
«Πώς γίνεται αυτό γιε μ’;»
«Όπως γίνεται. Θα σπουδάσω επιστήμων».
«Τι κατεβάζει η γκλάβα σ’ παιδάκι μ’!»

Είπαν, είπαν, τίποτα το μοναχοπαίδι. Κάθισαν και το σκέφτηκαν από δω, το σκέφτηκαν από κει, στο τέλος λέει η μάνα.
«Άκου δω άντρα μ’, για να θέλει το παιδί να γίνει επιστήμων, πάει να πει ότι και τα γίδια και τα πρόβατα και ούλο το χωριό θα δει μεγάλη ωφέλεια και θα προκόψει περισσότερο. Εγώ λέω να τον αφήσεις να πάει στην πρωτεύουσα».
«Άμα είναι έτσι, άντε ώρα καλή», είπε ο πατέρας και τον ξεπροβόδισε.
Έφυγε ο γιος, έγινε σούσουρο και πολύ χάρηκαν οι χωριάτες που στα μέρη τους θα είχαν έναν “επιστήμων” αύριο μεθαύριο.

Ήρθε το πρώτο καλοκαίρι, ήρθε και το μοναχοπαίδι από την πρωτεύουσα. Τον είδαν οι χωριανοί και τον θαύμασαν έτσι που ήταν ντυμένος πρωτευουσιάνικα και, άκου να δεις, έτρωγε το παϊδι με μαχαίρι και πιρούνι. Κάθε φορά που έβγαινε στην πλατεία, σηκώνονταν και οι πιο γεροντότεροι, τον χαιρετούσαν με σεβασμό και έλεγαν «Καλή σου ώρα κύριε επιστήμων»
Φούσκωναν από χαρά ο πατέρας και η μάνα και περίμεναν με αγωνία να δουν τι πράμα ήταν τούτο το “επιστήμων”.
Κάθε καλοκαίρι γίνονταν το ίδιο, έρχονταν ο γιος στο χωριό καλοντυμένος και με καινούργιες συνήθειες, όλο και πιο εξελιγμένες και οι χωριανοί του έδειχναν όλο και μεγαλύτερο σεβασμό, μόνο που κάθε φορά έμενε όλο και πιο λίγες μέρες και δεν προλάβαιναν να τον χαρούν. Πέρασαν έτσι πολλά καλοκαίρια, μα κανένας δεν είχε μάθει τι ήταν αυτό που σπούδασε ο μοναχογιός.

Άρχισαν όλοι ν’ απορούν, ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, κανείς δεν ήξερε να δώσει απάντηση. Ρώτησαν τον Πρόεδρο, ρώτησαν τον παπά, ρώτησαν τον χωροφύλακα, ούτε κι εκείνοι μπόρεσαν να τους λύσουν την απορία. Μια μέρα μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία, κουβέντιασαν τα θέμα και αποφάσισαν πως είναι άδικο να έχουν στο χωριό τους έναν “επιστήμων” και να μην ξέρουν τι πράμα είναι αυτό, που πα να πει, δεν ήξεραν και σε τι μπορεί να τους φανεί χρήσιμος. Αποφάσισαν λοιπόν να κάνουν μια επίσκεψη στο σπίτι των γονιών γιατί σίγουρα ήταν οι μόνοι που θα τους έδιναν μιαν απάντηση. Την Κυριακή μετά την εκκλησία, μαζεύτηκαν οι προύχοντες και ροβόλησαν κατά το σπίτι.
Τους καλοδέχτηκαν οι γονιοί, τους κέρασαν από το καλό το τσίπουρο, ξερόβηξε ο Πρόεδρος και είπε.
«Αγαπητοί συντοπίτες, είμαστε πολύ περήφανοι που το χωριό μας έβγαλε έναν “επιστήμων”. Μόνο που τελευταία οι χωριανοί μπήκαν σε μεγάλη σκέψη. Τόσα χρόνια περιμένουμε να δούμε μια βοήθεια, πέστε μας τι σπούδασε ο γιος σας, να ξέρουμε και μεις σε τι μας είναι χρήσιμος».

Ο πατέρας έξυσε κανα-δυο φορές το κεφάλι του, σηκώθηκε όρθιος και είπε.
«Το μοναχοπαίδι μας χωριανοί, σπούδασε Λύκος!»
Κοιτάχτηκαν οι προύχοντες, μήπως και ήξερε κανείς, μπα! Τους έπιασε μια ντροπή για την αμορφωσιά τους, αλλά η υπόθεση έπρεπε να ξεδιαλύνει σήμερα, το χωριό περίμενε απάντηση. Έμειναν για λίγο αμίλητοι και τέλος ο παπάς που ήξερε γράμματα και όλα τα θρησκευτικά απ’ έξω, πήρε την ευθύνη να ζητήσει λεπτομέρειες.
«Σχώρνα μας τέκνο μου, αλλά τι επιστήμων είναι ο κ. Λύκος;»

«Τι είναι παπά μ’, θα σε γελάσω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ έφαγε δυο χιλιάδες γίδια μέχρι τα τώρα κι άλλο απ’ αυτό δεν είδαμε. Αυτό είδα, αυτό λέω!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου