Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Τα πέντε παιδιά με τη μία μάνα


           Μια φορά κι έναν καιρό - άραγε μόνο τότε- μια από τις τόσες μάνες, γέννησε πέντε γιους. Μόλις γεννήθηκε ο πρώτος, ο πατέρας είχε χαρά μεγάλη που το όνομά του θα συνέχιζε ν’ ακούγεται και η δική της μάνα, της είπε. «Αχ κόρη μου, της καλομάνας το παιδί το πρώτο νάν’ κορίτσι»
Γεννήθηκε και ο δεύτερος γιος και ο πατέρας ήταν πολύ περήφανος που γεννούσε αρσενικά. Η δική της μάνα, είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, δύσκολο δρόμο έχεις».
Το ίδιο έγινε και στους άλλους τρεις γιους και η μάνα της είπε πάλι.
«Αχ κόρη μου, ποιος θα σε κοιτάξει στα γεράματα»
Η μάνα με τους πέντε γιους ξυπνούσε χαράματα και κοιμόταν μεσάνυχτα για να τα βγάλει πέρα και όλη μέρα από το πλυσταριό στην κουζίνα ήταν.
           Στον κήπο γύρω από το σπίτι είχε βάλει περβόλι και κότες και δυο κατσίκες, πώς να ταϊστούν τόσα στόματα. Ο άντρας της σαν είδε πως δεν τα έβγαζε πέρα, έφυγε να δουλέψει μακριά.
Γύριζε σπίτι μια φορά το χρόνο και πολύ χαιρόταν που οι γιοι του μεγάλωναν.
Πότε έτσι πότε αλλιώς, η μάνα χήρεψε, οι γιοι μεγάλωσαν, και μια μέρα λέει ο πρώτος γιος.
          -Μάνα, ήρθε η ώρα να κάνω τη δικιά μου οικογένεια. Θα παντρευτώ ένα καλό κορίτσι, μόνο που μένει πολύ μακριά κι εγώ θα την ακολουθήσω στον τόπο της. Εσύ μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
          -Κοίτα τη ζωή σου παιδάκι μου, αρκεί να είσαι καλά και μη στεναχωριέσαι για μένα, είπε η μάνα και του έδωσε την ευχή της.
Έφυγε ο μεγάλος γιος και ήρθε η σειρά του δεύτερου που ήταν σπουδαγμένος.
          -Μάνα, λέει μια μέρα, για να προκόψω πρέπει να πάω στην πρωτεύουσα, εδώ δεν έχει δουλειές. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
          -Να πας παιδάκι μου και μη στεναχωριέσαι για μένα, εσύ να είσαι καλά. Έδωσε και στον δεύτερο ην ευχή της και τον αποχαιρέτησε.
Σε λίγο καιρό ήρθε και ο τρίτος και είπε.
          -Μάνα, από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ένα όνειρο έχω. Να πάω να ζήσω στην Αμερική. Εκεί υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τους δουλευταράδες, να κάνω κι εγώ την τύχη μου.
          -Μακριά είναι η Αμερική παιδάκι μου αλλά να πας άμα αυτό είναι το όνειρό σου. Κοίτα να προκόψεις, να έχεις την ευχή μου.
Έφυγε και ο τρίτος και έρχεται ο τέταρτος.
          -Μάνα, λέει, εγώ δεν μπορώ να μείνω στο χωριό. Θέλω να ταξιδέψω στις θάλασσες να γνωρίσω τον κόσμο. Σε ένα μήνα θα μπαρκάρω, αλλά εσύ μη στεναχωριέσαι, θα έχεις τον μικρό να σε φροντίζει.
         -Επικίνδυνες οι θάλασσες παιδάκι μου, αλλά άμα τις αγαπάς τόσο πολύ, ώρα σου καλή, μη νοιάζεσαι για μένα.
         Έμεινε σπίτι η μάνα με τον μικρό γιο και όσο νάναι την έπιασε η στεναχώρια. Από κει που ήταν πέντε, τάρα είχε μόνο τον ένα. Ώσπου ένα πρωί ακούει και τον μικρό να της λέει.
       -Βρε μάνα, τι να κάνω εγώ εδώ πέρα μοναχός μου, να δουλεύω στα χωράφια; Εμένα μου αρέσουν άλλα πράγματα. Θέλω να γίνω καλλιτέχνης, να με γνωρίσει ο κόσμος και να δοξαστώ. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι. Θα πάω και μόλις τα καταφέρω θα γυρίσω να σε πάρω. Να φύγεις κι εσύ από το χωριό να δεις πώς ζει ο κόσμος.
       -Καλά βρε παιδάκι μου, είπε η μάνα λυπημένη, αφού άλλα θέλεις, πώς να σε κρατήσω με το ζόρι. Πήγαινε στο καλό και έλα πότε-πότε να σε βλέπω που είσαι και το στερνοπούλι μου.
       Φεύγει και ο τελευταίος γιος και μένει η μάνα μοναχή στο σπίτι. Κάθε πρωί που ξυπνούσε και κάθε βράδυ που κοιμόταν, περνούσε από τα κρεβάτια των γιων, φιλούσε τα μαξιλάρια και παρακαλούσε το θεό να τους έχει καλά. Φρόντιζε το περβόλι και τις κότες και σαν σουρούπωνε και ήταν ο καιρός καλός, έπαιρνε το καρεκλάκι και καθόταν στο κατώφλι να χαζεύει το δρόμο και να λέει καμιά κουβέντα με τις γειτόνισσες.
        Ήρθε χειμώνας, ήρθαν και Χριστούγεννα και τούτα τα Χριστούγεννα ήταν τα πρώτα που η μάνα με τους πέντε γιους, δεν είχε σπίτι ούτε έναν.
Στέλνει μήνυμα στον μεγάλο που παντρεύτηκε μακριά.
       -Έλα να σε δω παιδάκι μου, να δω και τα εγγόνια μου, να σφάξουμε και τα δυο κοκόρια που έχω στην αυλή.
       -Σώπα βρε μάνα, τι να κάνουμε Χριστουγεννιάτικα στο χωριό, θα έρθω το Πάσχα.
Στέλνει μήνυμα στον δεύτερο.
       -Έλα να σε δω παιδάκι μου που σε πεθύμησα, θα σφάξω και τον κόκορα να σου φτιάξω τη σούπα που σου άρεσε.
       -Αχ μάνα νάξερες τι δουλειές έχω εδώ, δεν με συμφέρει να φύγω αυτή την εποχή.
Ο τρίτος ήταν στην Αμερική, ο τέταρτος ήταν στα καράβια, στέλνει μήνυμα στον τελευταίο.
       -Έλα να σε δω παιδάκι μου που έχω τόσο καιρό. Κρίμα να σφάξω το κοκόρι για μένα μόνο.
       -Μάνα, ούτε να το σκέφτεσαι. Τώρα τα Χριστούγεννα δουλεύουμε εμείς οι καλλιτέχνες.
        Πάνε τα Χριστούγεννα, πάει και το Πάσχα και οι γιοι δεν φάνηκαν και πέρασαν τα χρόνια και αρρώστησε η μάνα και ήθελε φροντίδα. Στέλνουν μήνυμα οι γείτονες στους γιους.
        Παίρνει το μήνυμα ο πρώτος και ειδοποιεί τον δεύτερο να πάει στο χωριό, γιατί εκείνος είχε οικογένεια και πολλές υποχρεώσεις.
        Παίρνει το μήνυμα ο δεύτερος και ειδοποιεί τον τρίτο γιατί εκείνος ήταν επιστήμονας και είχε σπουδαίες δουλειές να κάνει.
        Παίρνει το μήνυμα ο τρίτος και ειδοποιεί τον τέταρτο, γιατί ήταν μεγάλο το ταξίδι από την Αμερική.
        Παίρνει το μήνυμα ο τέταρτος και ειδοποιεί τον πέμπτο γιατί το καράβι του έπιασε λιμάνι μακρινό.
       Παίρνει το μήνυμα ο πέμπτος, αλλά αφηρημένος καθότι καλλιτέχνης το πέταξε χωρίς να το διαβάσει.
       Και περιμένει ακόμα η μάνα με τους πέντε γιους και κάθεται και σκέφτεται πόσο εύκολο είναι για μια μάνα να φροντίσει πέντε παιδιά και πόσο δύσκολο είναι πέντε παιδιά να φροντίσουν μία μάνα.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Tα παραμύθια δεν είναι παίξε γέλασε

Αυτό το blog δημιουργήθηκε αποκλειστικά για τη δημοσίευση παραμυθιών από την έντυπη συλλογή με δικά μου παραμύθια. Γιατί πιστεύουμε πως το παραμύθι έίναι ψυχαγωγία και δικαίωμα όλων. Μη μου πείτε μόνο πως παραμύθια διαβάζουν τα παιδιά, οι μεγάλοι τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Θα δημοσιεύεται ένα παραμύθι κάθε δεκαπενθήμερο.
Αρχίστε το διάβασμα και θα με θυμηθείτε...
Για αρχή, το ίδιο που αναρτήθηκε στο alataki μου σήμερα.



Ο επιστήμων κ. Λύκος
Μια φορά, αλλά αυτά συμβαίνουν πολλές φορές, στο χωριό ζούσε μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες. Είχαν σπίτι, λίγα χωραφάκια για να σπέρνουν στάρι, πρόβατα και γίδια, ένα-δυο τσοπανόσκυλα και παιδιά. Όλες οι οικογένειες είχαν από δυο παιδιά και πάνω, άλλος τρία, άλλος τέσσερα και πέντε, παρ’ εκτός από ένα αντρόγυνο που είχε ένα γιο, μοναχοπαίδι.
Τα παιδιά των χωριανών σα μεγάλωσαν, ανέλαβαν τα χωράφια και τα γιδοπρόβατα, παντρεύτηκαν, έκαναν τα δικά τους παιδιά και οι γονείς ξεκουράζονταν και τα καμάρωναν.
Το μοναχοπαίδι σα μεγάλωσε, είπε στους γονιούς.
«Μάνα, πατέρα, ελάτε να σας χαιρετήσω, αύριο με το χάραμα φεύγω για την πρωτεύουσα.
«Θεός φυλάξοι, σταυροκοπήθηκαν οι γονείς.
«Μάνα, πατέρα, πάω να γίνω επιστήμων.
«Πώς γίνεται αυτό γιε μ’;»
«Όπως γίνεται. Θα σπουδάσω επιστήμων».
«Τι κατεβάζει η γκλάβα σ’ παιδάκι μ’!»

Είπαν, είπαν, τίποτα το μοναχοπαίδι. Κάθισαν και το σκέφτηκαν από δω, το σκέφτηκαν από κει, στο τέλος λέει η μάνα.
«Άκου δω άντρα μ’, για να θέλει το παιδί να γίνει επιστήμων, πάει να πει ότι και τα γίδια και τα πρόβατα και ούλο το χωριό θα δει μεγάλη ωφέλεια και θα προκόψει περισσότερο. Εγώ λέω να τον αφήσεις να πάει στην πρωτεύουσα».
«Άμα είναι έτσι, άντε ώρα καλή», είπε ο πατέρας και τον ξεπροβόδισε.
Έφυγε ο γιος, έγινε σούσουρο και πολύ χάρηκαν οι χωριάτες που στα μέρη τους θα είχαν έναν “επιστήμων” αύριο μεθαύριο.

Ήρθε το πρώτο καλοκαίρι, ήρθε και το μοναχοπαίδι από την πρωτεύουσα. Τον είδαν οι χωριανοί και τον θαύμασαν έτσι που ήταν ντυμένος πρωτευουσιάνικα και, άκου να δεις, έτρωγε το παϊδι με μαχαίρι και πιρούνι. Κάθε φορά που έβγαινε στην πλατεία, σηκώνονταν και οι πιο γεροντότεροι, τον χαιρετούσαν με σεβασμό και έλεγαν «Καλή σου ώρα κύριε επιστήμων»
Φούσκωναν από χαρά ο πατέρας και η μάνα και περίμεναν με αγωνία να δουν τι πράμα ήταν τούτο το “επιστήμων”.
Κάθε καλοκαίρι γίνονταν το ίδιο, έρχονταν ο γιος στο χωριό καλοντυμένος και με καινούργιες συνήθειες, όλο και πιο εξελιγμένες και οι χωριανοί του έδειχναν όλο και μεγαλύτερο σεβασμό, μόνο που κάθε φορά έμενε όλο και πιο λίγες μέρες και δεν προλάβαιναν να τον χαρούν. Πέρασαν έτσι πολλά καλοκαίρια, μα κανένας δεν είχε μάθει τι ήταν αυτό που σπούδασε ο μοναχογιός.

Άρχισαν όλοι ν’ απορούν, ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, κανείς δεν ήξερε να δώσει απάντηση. Ρώτησαν τον Πρόεδρο, ρώτησαν τον παπά, ρώτησαν τον χωροφύλακα, ούτε κι εκείνοι μπόρεσαν να τους λύσουν την απορία. Μια μέρα μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία, κουβέντιασαν τα θέμα και αποφάσισαν πως είναι άδικο να έχουν στο χωριό τους έναν “επιστήμων” και να μην ξέρουν τι πράμα είναι αυτό, που πα να πει, δεν ήξεραν και σε τι μπορεί να τους φανεί χρήσιμος. Αποφάσισαν λοιπόν να κάνουν μια επίσκεψη στο σπίτι των γονιών γιατί σίγουρα ήταν οι μόνοι που θα τους έδιναν μιαν απάντηση. Την Κυριακή μετά την εκκλησία, μαζεύτηκαν οι προύχοντες και ροβόλησαν κατά το σπίτι.
Τους καλοδέχτηκαν οι γονιοί, τους κέρασαν από το καλό το τσίπουρο, ξερόβηξε ο Πρόεδρος και είπε.
«Αγαπητοί συντοπίτες, είμαστε πολύ περήφανοι που το χωριό μας έβγαλε έναν “επιστήμων”. Μόνο που τελευταία οι χωριανοί μπήκαν σε μεγάλη σκέψη. Τόσα χρόνια περιμένουμε να δούμε μια βοήθεια, πέστε μας τι σπούδασε ο γιος σας, να ξέρουμε και μεις σε τι μας είναι χρήσιμος».

Ο πατέρας έξυσε κανα-δυο φορές το κεφάλι του, σηκώθηκε όρθιος και είπε.
«Το μοναχοπαίδι μας χωριανοί, σπούδασε Λύκος!»
Κοιτάχτηκαν οι προύχοντες, μήπως και ήξερε κανείς, μπα! Τους έπιασε μια ντροπή για την αμορφωσιά τους, αλλά η υπόθεση έπρεπε να ξεδιαλύνει σήμερα, το χωριό περίμενε απάντηση. Έμειναν για λίγο αμίλητοι και τέλος ο παπάς που ήξερε γράμματα και όλα τα θρησκευτικά απ’ έξω, πήρε την ευθύνη να ζητήσει λεπτομέρειες.
«Σχώρνα μας τέκνο μου, αλλά τι επιστήμων είναι ο κ. Λύκος;»

«Τι είναι παπά μ’, θα σε γελάσω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ έφαγε δυο χιλιάδες γίδια μέχρι τα τώρα κι άλλο απ’ αυτό δεν είδαμε. Αυτό είδα, αυτό λέω!