Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Ο άμθρωπος το πουλί και το λουλούδι


Βρέθηκαν κάποτε μαζί σε έναν κήπο, ένας άνθρωπος, ένα πουλί και ένα λουλούδι.
Το λουλούδι είχε χρώματα σπάνια, ήταν όμορφο και δροσερό, μοσχοβολούσε και λικνίζονταν στο φύσημα του αγέρα.
Το πουλί ήταν χαριτωμένο, ανάλαφρο και κελαηδούσε όμορφα.
Ο άνθρωπος ήταν νέος και καλοφτιαγμένος. Καθόταν στο γρασίδι σκεφτικός και αφηρημένος με τα μάτια κλειστά.
Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή να λέει.
-Αχ, πόσο σε λυπάμαι φίλε!
Πετάγεται όρθιος ο άνθρωπος να δει ποιος μίλησε, κανείς δε φαινόταν, σκέφτεται πως ήταν η φαντασία του και ξανακάθεται.
Σε λίγο ακούγεται πάλι η ίδια φωνή.
-Εχ, τίποτα δεν έχεις καταλάβει από τη ζωή!
Τρομάζει ο άνθρωπος ψάχνει γύρω, τίποτε, σκέφτεται πως αυτό εδώ το μέρος είναι στοιχειωμένο και τρέχει να φύγει.
Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του ένα πλασματάκι τόσο δα που ήταν και δεν ήταν αληθινό και του λέει.
-Πού πας άνθρωπε, μείνε να χαρείς την ομορφιά.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να μιλήσει ούτε να κουνηθεί από την τρομάρα του και το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν συνεχίζει.
-Πιάσε κουβέντα με αυτό το όμορφο λουλούδι και κείνο το παραδεισένιο πουλί. Μίλησε μαζί τους και θα μάθεις πολλά.
Συνέρχεται ο άνθρωπος, σκέφτεται τα λόγια που άκουσε και αποφασίζει να κάνει ότι είπε το πλασματάκι. Πιάνει λοιπόν την κουβέντα στο λουλούδι.
-Τώρα που σε κοιτάζω βλέπω πως είσαι. όμορφο και μυρίζεις υπέροχα. Κρίμα όμως!
-Κρίμα, γιατί; ρωτάει το λουλούδι.
-Κρίμα γιατί σε λίγο θα μαραθείς
Ακούει το πουλί και μπαίνει στην κουβέντα.
-Αχ, ευτυχώς που δεν είμαι λουλούδι..
-Αχ, αναστενάζει πάλι ο άνθρωπος, και σένα σε κλαίω.
-Γιατί το λες αυτό; τιτιβίζει το πουλί, τι ανάγκη έχω εγώ που σκίζω τον αγέρα με τα δυνατά μου φτερά;
-Μπορεί να σκίζεις τον αγέρα και να έχεις δυνατά φτερά, αλλά δε σημαίνει τίποτα.
-Χα! Ποιός το λέει αυτό άνθρωπέ μου, δε βλέπεις που πετάω όπου θέλω;
-Πετάς τώρα, αν όμως αύριο σε σημαδέψει κάποιος με σφεντόνα; Θα σου σπάσει τα φτερά και δεν θα μπορείς να πετάξεις.
-Βρε τι είναι αυτά που λες; Κι εγώ που σου τραγουσούσα τόση ώρα! Δηλαδή νομίζεις πως είναι καλύτερα να μην έχει κανείς φωνή και φτερά;
-Ε, δε λέω, μπορεί εσύ να έχεις φωνή αλλά αν κάποτε πληγωθείς, θα μπορείς να κηλαϊδίσεις;
Το λουλούδι που παρακολουθεί χωρίς να μιλάει, ακούγεται να λέει.
-Α, όσο γι αυτό, εγώ δεν κινδυνεύω να μου σπάσουν τα φτερά..
-Ναι καλά, λέει ο άνθρωπος, εσένα όμως μπορεί να σε κόψουν.
-Ποιός να με κόψει καλέ και γιατί να το κάνει;
-Δεν έχεις ακούσει για λουλούδια που μπαίνουν στο βάζο;
-Πως, βέβαια, πετάγεται το πουλί, έχω δει ανθρώπους να κόβουν τα λουλούδια.
-Εσύ μη μιλάς, λέει ο άνθρωπος, γιατί εσένα μπορεί να σε πιάσουν και να σε κλείσουν σε κλουβί.
-Εμένα σε κλουβί, ας γελάσω, κάνει το πουλί. Τα πουλιά γεννήθηκαν για να πετούν ως τον ουρανό. Πώς να πετάξουν μέσα στο κλουβί;
-Αχ, κάνει ο άνθρωπος, τα πράγματα είναι ακριβώς όπως σας τα λέω, κρίμα είστε και οι δύο. Τόση ομορφιά χαμένη.
Σωπαίνουν για λίγο και οι τρεις. Το πουλί και το λουλούδι σκέφτονται τι μέτρα να πάρουν για να αποφύγουν τα δυσάρεστα που άκουσαν από τον άνθρωπο.
-Δηλαδή, λέει το πουλί για να μην πάθω όσα λες, πρέπει να σταματήσω να πετάω και να κρυφτώ σε έναν θάμνο. Τότε τι πουλί θα ήμουν;
-Μπα, εκεί μπορεί να σε αρπάξει η αλεπού, άσε που μπορεί να πέσεις σε καμιά παγίδα.
-Κι εγώ λέει το λουλούδι, να σταματήσω ν’ ανθίζω και να μυρίζω όμορφα. Μα τότε τι λουλούδι θα ήμουν;
-Δε βαριέσαι, ξαναλέει ο άνθρωπος και να σταματήσεις να ανθίζεις μπορεί να σε κόψουν από τη ρίζα.
-Μα αν είναι όπως τα λες γιατί να υπάρχουν λουλούδια και πουλιά στη φύση; ρωτούν και οι δύο με ένα στόμα.
-Άντε ντε, όλα είναι μάταια, απαντάει ο άνθρωπος αναστενάζοντας.
-Καλά για μας, ψιθυρίζει το λουλούδι, εσύ όμως γιατί είσαι δυστυχισμένος;
-Πώς να μην είμαι, κάνει ο άνθρωπος, μήπως εγώ ξέρω τι θα πάθω φεύγοντας από δω; Μπορεί στο δρόμο να με τσιμπήσει ένα φίδι, ή μπορεί να πέσει πάνω μου κεραυνός, ή να με σκοτώσει κανένας ληστής.
-Βρε τι είναι αυτό που μας βρήκε σήμερα, νευριάζει το πουλί, τι χαζό είμαι που κάθομαι και σε ακούω, μια καλή κουβέντα δεν μας είπες. Ας πετάξω εγώ όπως πετούσα να χαρώ αυτή τη θαυμάσια μέρα. Αυτό μου έλειπε τώρα να αρχίσω να φοβάμαι που είμαι πουλί.
Αυτά φώναξε το πουλί και πέταξε ψηλά.
Το λουλούδι κοιτάζει το πουλί να πετάει και μαλώνει τον άνθρωπο.
-Βλέπεις τώρα τι έκανες, αν δεν μας έλεγες ανοησίες το πουλί θα καθόταν στα κλωνάρια μου και θα κάναμε μια χαρά παρέα. Στο κάτω- κάτω αν με κόψουν θα ανθίσουν άλλα λουλούδια. Μπα σε καλό σου, άσε με άνθρωπέ μου να λουστώ με τον ήλιο, να χορέψω με τ’ αγέρι και να μοσχοβολήσω. Πήγαινε στο καλό σου.
Ο άνθρωπος αναστενάζει πάλι και σηκώνεται να φύγει σκυφτός και κουρασμένος. Πριν κάνει δυο βήματα, πέφτει μπροστά του το πλασματάκι που ήταν και δεν ήταν.
-Τι να σου πω, του λέει, ρόιδο τα έκανες. Εγώ είπα να μιλήσεις με το λουλούδι και το πουλί γιατί νόμιζα πως θα ήσουν ευτυχισμένος βλέποντας τόση ομορφιά. Ήθελα να μάθεις από το πουλί πόση ευτυχία νιώθει όταν πετάει και από το λουλούδι πώς είδε τον ήλιο να στεγνώνει τις δροσοσταλίδες που του έριξε η νύχτα.
Άντε σύρε στο καλό, εύχομαι να μην πάθεις όσα φοβάσαι…
Μόνο να με θυμηθείς την επόμενη φορά που θα βρεθεί μπροστά σου ένα πουλί και ένα λουλούδι!

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Τα λερωμένα χέρια και η μουντζούρα στο κούτελο


         Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στο χωριό μου μια οικογένεια. Πατέρας, μάνα και δυο παιδιά.
         Ο πατέρας δούλευε στο χωράφι τους από το πρωί μέχρι το βράδυ για να ζήσει την οικογένεια.και πότε μάζευε το στάρι, πότε φύτευε λάχανα και κρεμμύδια
         Η μάνα καθόταν και δεν είχε καμία όρεξη για δουλειά. Της άρεσε μόνο να βολτάρει από δω κι από κει, να συναντά ανθρώπους και να πιάνει την κουβέντα..
         Μια μέρα η μάνα συνάντησε δυο πλούσιος ανθρώπους με καθαρά χέρια και όμορφα ρούχα που φαινόταν πως δεν είχαν κάνει ποτέ τη δουλειά του άντρα της. Ζήλεψε, γιατί και η ίδια ήθελε να έχει έναν άντρα με μια καθαρή και φανταχτερή δουλειά.
        Έτσι λοιπόν από το ίδιο βράδυ στο τραπέζι, αρχίζει και πιπιλάει το μυαλό του άντρα της.
      -Ax άντρα μου, είσαι έξυπνος και σε θαυμάζω, λέει πρώτα
        Ο άντρας κολακεύτηκε και χαμογέλασε.
      -Άντρα μου τι όμορφος που είσαι!
        Ο άντρας κοκκίνισε και σήκωσε το κεφάλι να κοιτάξει τη γυναίκα του.
      -Άντρα μου, είσαι διαφορετικός από τους άλλους του χωριού. Εσένα δεν σου πρέπει να κουράζεσαι όλη μέρα στα χωράφια.
       Ο άντρας αναστέναξε.
      -Άντρα μου, συνεχίζει, εσένα σου πρέπει μια δουλειά που να μην λερώνεις τα όμορφα χέρια σου. Μια δουλειά ας πούμε που να κάθεσαι σε ένα γραφείο και να δίνεις διαταγές.
      -Τι λες βρε γυναίκα, μίλησε τώρα ο άντρας, πώς θα κάθομαι σε ένα γραφείο αφού γράμματα δεν ξέρω.
      -Μη σε νοιάζει, ξέρω εγώ τι θα κάνω, από αύριο αλλάζουμε ζωή. Θα λέμε ότι δουλεύεις σε γραφείο και στο χωράφι δεν θα ξαναπάς.
      -Και πώς θα ζήσουμε βρε άμυαλη, τι θα τρώμε;
      -Άκου να δεις τι θα κάνουμε. Θα κοροϊδεύουμε τον κόσμο και θα βγάζουμε πολλά λεφτά.
      -Δεν γίνονται αυτά βρε γυναίκα, τι θα πει να κοροϊδεύω τον κόσμο, απατεώνας θα γίνω; Βγάλτο από το μυαλό σου και άσε με να πάω στο χωραφάκι μας να κάνω αυτό που ξέρω.
      -Αυτό αποκλείεται, φωνάζει η γυναίκα, εγώ άντρα με λερωμένα χέρια δεν θέλω. Αν δεν κάνεις αυτό που λέω, γυρνάω στη μάνα μου.
      -Βρε θα μας κλείσουν φυλακή άμα γίνουμε απατεώνες.
      -Μη σε νοιάζει, θα το κάνω έτσι εγώ που κανείς δεν θα καταλάβει τίποτε και όλοι θα νομίζουν ότι σε διόρισαν υπουργό. Μόνο που πρέπει να πάμε να μείνουμε στην πόλη που δεν μας ξέρει κανείς.
       Έτσι λοιπόν την άλλη μέρα φεύγουν από το χωριό, η μάνα αγοράζει μοντέρνα ρούχα για τον άντρα της, τον κάνει αγνώριστο και φωνάζει τα παιδιά της.
      -Από σήμερα όταν σας ρωτούν τι δουλειά κάνει ο πατέρας σας, θα λέτε πως είναι υπουργός.
      -Γιατί να λέμε έτσι, αφού δεν είναι.
      -Θα λέτε έτσι για να νομίζει ο κόσμος ότι είμαστε από αρχοντική γενιά και να μας σέβεται.
       Την άλλη μέρα το μεσημέρι γυρίζουν τα παιδιά από το σχολείο και λένε στη μάνα.
      -Μας ρώτησε ο δάσκαλος τι δουλειά κάνει ο πατέρας και είπαμε πως είναι υπουργός και μετά μας ρώτησε τι δουλειά κάνει η μάνα μας.
      -Ωραία, τρίβει τα χέρια η μάνα, αύριο να πείτε πως η μάνα σας είναι διευθύντρια στο υπουργείο του πατέρα σας.
       Το άλλο μεσημέρι λένε τα παιδιά.
      -Μας ρώτησε ο διευθυντής του σχολείου τι δουλειά κάνει ο παππούς μας.
      -Πολύ καλά, ξανατρίβει τα χέρια η μάνα, από αύριο θα λέτε πως ο παππούς σας είναι δικαστής.
       Πέρασε μια βδομάδα και ένα πρωί φάνηκε στο σπίτι ένας άντρας φτωχικά ντυμένος που κρατούσε ένα μεγάλο καλάθι.
     -Καλημέρα κυρία υπουργίνα, λέει με σεβασμό, εσείς που είστε αξιοσέβαστοι άνθρωποι, βοηθείστε και μας τους άμοιρους. Ήρθα να ζητήσω μια χάρη. Να, σου έφερε και λίγα καλούδια από το χωριό.
       Η γυναίκα ρίχνει μια ματιά στο καλάθι, γεμάτο μέχρι πάνω και ακούει τη χάρη που ήθελε ο ανθρωπάκος.
     -Πολύ ευχαρίστως να σας βοηθήσουμε, μιλάει ευγενικά, μόνο που θα χρειαστούν και λίγα χρήματα για να πληρώσουμε τον κατάλληλο άνθρωπο.
      -Λίγα έχω, πάρτα αν είναι να γίνει η δουλειά, λέει ο ανθρωπάκος..
       Την άλλη μέρα φάνηκε άλλος άνθρωπος και από τότε συχνά-πυκνά στο σπίτι έφταναν πολλοί που είχαν ανάγκη και ζητούσαν διάφορες χάρες. Κανένας δεν ερχόταν με άδεια χέρια και όλοι άφηναν καλούδια και χρήματα.
       Στο μεταξύ, οι πλούσιοι της πόλης που έμαθαν πως είχαν κοντά τους μια αξιοσέβαστη φαμίλια, άρχισαν να τους καλούν στις γιορτές και τα τραπέζια και η γυναίκα ήταν πολύ περήφανη για τα κατορθώματά της.
       Ο άντρας που έβλεπε πως μια χαρά βολευόταν και έτσι η κατάσταση καθόταν όλη μέρα και άφηνε εκείνη να κάνει κουμάντο.
       Πέρασε λίγος καιρός με την οικογένεια να περνάει ζωή και κότα και μια μέρα, το νέο έφτασε στ’ αυτιά του αληθινού υπουργού και του αληθινού δικαστή.
      «Βρε, εδώ απατεώνες μας μυρίζονται», είπαν και πιάστηκαν να ξεδιαλύνουν την κατάσταση. Ντύθηκαν και οι δυο με φτωχικά ρούχα και πήγαν στο σπίτι του δήθεν υπουργού.
        Εκεί που ζητούσαν από την υπουργίνα τις χάρες που τάχα ήθελαν, φώναξαν τους χωροφύλακες που περίμεναν απ’ έξω, έδεσαν τους απατεώνες και τους έριξαν στην φυλακή. Οι γείτονες που μυρίστηκαν φασαρία, μαζεύτηκαν για να κάνουν χάζι και άκουσαν τον άντρα να μουρμουρίζει.
      -Βρε τι έπαθα ο άμοιρος, φοβήθηκα τα λερωμένα χέρια που τα ξέπλενα με νερό και καθάριζαν, τώρα πώς να ξεπλύνω το κούτελό μου από τη στάμπα του απατεώνα;