Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Oι νεράιδες, το αγόρι και ο Πέτρος...


Αξίζει τον κόπο ν’ ακούσουμε την ιστορία του μικρού Πέτρου.
Θα σας την πω όπως την έζησα εγώ, η Χρυσαφένια και οι δυο μικρότερες αδελφές μου, οι καλές νεράιδες που η μία λέγεται Αστραδένια και η άλλη Ασημένια.
Εμείς οι νεράιδες, ολόκληρο το χρόνο ζούμε στα δάση και στα ποτάμια, όμως αγαπάμε πολύ και τους ανθρώπους. Έτσι όποτε χρειάζεται τρέχουμε να βοηθήσουμε. Βλέπετε, όλοι οι άνθρωποι έχετε την καλή σας νεράιδα.
Η δουλειά αυτή, πιστέψτε με είναι πολύ δύσκολη, γι αυτό χρειαζόμαστε και λίγες διακοπές που συνήθως τυχαίνουν τις μέρες των Χριστουγέννων
Όπως τα φετινά Χριστούγεννα που βρέθηκα με τις αδελφές μου, νύχτα σε μια μεγάλη πόλη στολισμένη και κατάφωτη. 
Οι άνθρωποι έτρεχαν από δω κι από κει φορτωμένοι με πακέτα, από τα σπίτια ακουγόταν μουσική και παντού πλανιόταν ωραίες μυρωδιές.
Σταματήσαμε να ξεκουραστούμε σε μια όμορφη γειτονιά με κατάφωτα παράθυρα, χριστουγεννιάτικα δέντρα στολισμένα με πολύτιμα παιχνίδια και τραπέζια στρωμένα με ψητά και γλυκά. 
Οι άνθρωποι χόρευαν και γελούσαν και παιδιά με ευτυχισμένα πρόσωπα άνοιγαν τα δώρα τους...
Έτσι καθώς χαζεύαμε γύρω-γύρω τα όμορφα σπίτια, πήρε το μάτι μας ένα χαμηλό σπιτάκι στην άκρη της γειτονιάς.
Ήταν το μοναδικό σπίτι που δεν είχε φωτιστεί, έκαιγε μόνο ένα αχνό φως που ίσα-ίσα φώτιζε το τζάμι. Μέσα από το τζάμι ξεχώριζε το κεφαλάκι ενός μικρού παιδιού.
Ήταν χαριτωμένο όπως όλα τα παιδιά, αλλά το πρόσωπό του δεν ήταν χαρούμενο και γελαστό.
Είχε κολλήσει στο τζάμι και κοιτούσε με περιέργεια έξω στο δρόμο.
Αυτό μας έκανε εντύπωση, πλησιάσαμε να δούμε καλύτερα.
«Αδελφές μου, κάτι δεν πάει καλά εδώ με το αγόρι, είπε η Ασημένια, τι λέτε; πετάμε κοντά να μάθουμε τι συμβαίνει;»
«Και βέβαια», είπαμε η Αστραδένια κι εγώ και έτσι έγινε.
«Γεια σου, φώναξε η Ασημένια, γιατί δεν γιορτάζεις εσύ;»
«Δε μπορώ, είπε το αγόρι, μου αρέσει όμως να βλέπω τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, είναι τόσο όμορφη η γειτονιά»
«Και το δικό σου σπίτι όμορφο θα είναι» είπα εγώ.
«Όχι», απάντησε απότομα το αγόρι.
«Γιατί όχι;» ρώτησε η Αστραδένια.
Το μικρό αγόρι μας είπε τότε είπε την ιστορία του.
Είπε όσα δεν είχε πει σε κανέναν μέχρι σήμερα, κανείς δεν τον είχε ρωτήσει. Ούτε η δασκάλα του, ούτε οι συμμαθητές του.
Η ιστορία του αγοριού, δεν ήταν χαρούμενη και μεις δεν θα πούμε σήμερα λυπητερά πράγματα.
Θα σας πω μόνον πως το μικρό αγόρι που δεν ξέρω τ’ όνομά του, αλλά μπορεί να το έλεγαν Γιάννη, Κωνσταντίνο, Γιώργο, Ανδρέα, Βασίλη, Χρήστο, μπορεί και να το έλεγαν Μουσταφά, Σίβα, Ραμόν ή Αντρέγιεφ, φέτος ήταν πολύ στεναχωρημένο.
Στο δικό του το σπίτι δεν είχαν στολίσει για τα Χριστούγεννα. 
Φέτος ο πατέρας δεν ήταν μαζί τους  και στο σπίτι δεν υπήρχαν τα πράγματα που μας κάνουν όλους χαρούμενους κι ευτυχισμένους.

Πάντως, οι τρεις μας τον ακούσαμε με προσοχή και ύστερα είπε η Αστραδένια που είναι η μεγαλύτερη και η πιο σοφή.
«Αδελφές μου, πρέπει να βρούμε τρόπο να κάνουμε το αγόρι χαρούμενο κι ας είμαστε σε διακοπές»
Εμείς συμφωνήσαμε και η Ασημένια που έχει τις πιο καλές ιδέες από τις τρεις μας, είπε.
«Ας διαλέξουμε ένα από τα παιδιά που ζουν στα όμορφα σπίτια. Να, εκείνο το αγόρι που αυτή τη στιγμή τρώει ένα μεγάλο κομμάτι μπακλαβά. Θα περιμένουμε και μόλις πάει για ύπνο, θα μπούμε στο δωμάτιό του».
Περιμέναμε έξω από το παράθυρο και σε λίγο ακούσαμε τη μητέρα του σπιτιού να λέει.
«Πέτρο, ετοιμάσου, είναι ώρα για ύπνο».
«Τώρα είναι και η δικιά μας ώρα», είπε η Αστραδένια.
Μπήκαμε σε ένα όμορφο δωμάτιο. Το αγόρι που ακούσαμε να το φωνάζουν Πέτρο, κοιμόταν βαθιά σε ένα μαλακό ζεστό κρεβάτι. Φαινόταν χορτάτο, χαρούμενο κι ευτυχισμένο.
Καθίσαμε στο κρεβάτι του. Το αγόρι άνοιξε τα μάτια του μας είδε και μας χαμογέλασε.
«Έχεις χορτάσει Πέτρο;» ρώτησε η Αστραδένια.
«Είσαι ζεστός Πέτρο;», ρώτησε η Ασημένια.
«Πήρες τα δώρα σου Πέτρο;» ρώτησα κι εγώ.
«Μα και βέβαια, έχω τα πάντα, είμαι πολύ καλά, μην ανησυχείτε», απάντησε ο Πέτρος.


Τότε, πιαστήκαμε και οι τρεις μαζί, τον ανεβάσαμε στα φτερά μας κι αρχίσαμε να γυρίζουμε όπως γυρνά μια ρόδα.
Αυτή είναι μια ρόδα μαγική και όποιος τρέχει μαζί της, βλέπει τη ζωή του ν’ αλλάζει συνεχώς.
Γίνεται πότε χαρούμενος και πότε λυπημένος, πότε χορταίνει και πότε πεινάει, τη μια στιγμή έχει τους γονείς του και την άλλη τους χάνει. Όλα γίνονται στη στιγμή.
Ο Πέτρος τα έζησε όλα αυτά πάνω στη ρόδα. Όταν η βόλτα τέλειωσε, ρωτήσαμε.
«Κατάλαβες Πέτρο;»
«Κατάλαβα πολύ καλά. Από δω και πέρα θα κάνω ότι πρέπει», είπε ο Πέτρος και τότε τον ακουμπήσαμε στο κρεβάτι του και φύγαμε.


Κόντευε να ξημερώσει κι εμείς έπρεπε να συνεχίσουμε τις διακοπές μας.
Όλη την ημέρα είχαμε στο νου μας το μικρό αγόρι πίσω από το τζάμι και τον Πέτρο.
Περιμέναμε να νυχτώσει και ξαναπετάξαμε στην ίδια όμορφη γειτονιά.
Το μικρό σπίτι απόψε ήταν κι εκείνο στολισμένο, το λυπημένο αγόρι δεν ήταν κολλημένο στο τζάμι, το τραπέζι τους ήταν στρωμένο, η μητέρα και τ’ αδέλφια του φαίνονταν χαρούμενα.
Μαζί τους ήταν και ο Πέτρος με τους γονείς του.


«Κοιταχτήκαμε ευτυχισμένες. Τι άλλο θέλουμε εμείς οι νεράιδες», είπαμε μ’ ένα στόμα και πετάξαμε μακριά.


5 σχόλια:

  1. Aλήθεια πόσο όμορφο θα ήταν αν όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν να καταλάβουν το μεγαλείο του "μοιράζομαι".
    Πόσο γλυκά με ταξιδεύεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλη Χρονιά alatakimou με υγεία και πολλή πολλή αγάπη!
    Σου χαρίζω το ηλιόλουστο βραβείο γιατι πάντα με κάνεις να χαμογελώ! Πέρνα από το βλογ μ να το πάρεις.
    Πολλά φιλάκια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πάντα μου άρεσαν τα παραμύθια που είχαν ένα κεντρικό δίδαγμα..! Πρωτότυπο το μπλογκ σου! Μου το σύστησε η φίλη μας η Δροσοσταλίτσα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πριν απο λιγο το διαβασα στη μικρη μου ανιψια.. Πολυ γλυκο.. Ενθουσιαστηκε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τι να πω τώρα, δεν έχω λόγια... 'Αργησα ν' ανοίξω τη σελίδα λόγω φόρτου εργασίας. Πάντως νιώθω τυχερή που βρέθηκα με όλες σας. Θολό τοπίο, Drosostalitsa Kariatida, Froso, σας ευχαριστώ, σας φιλώ και χαίρομαι τόσο που διαβάζετε τα παραμύθια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή