Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

O τεμπέλης με τη μεγάλη κληρονομιά...


Μια φορά κι έναν καιρό, αλλά μπορεί και τούτον δω τον καιρό, η γυναίκα ενός πλούσιου ανθρώπου γέννησε ένα στρουμπουλό και όμορφο αγόρι.
Ο πλούσιος άνθρωπος χάρηκε πολύ που το παιδί ήταν αγόρι αφού θα μπορούσε να αβγατέψει την περιουσία του και έδωσε εντολή στη γυναίκα του να το μοσχοαναθρέψει και να μην του χαλάει χατίρι, γιατί αυτός θα ήταν ο κληρονόμος και θα δόξαζε το όνομά του.
Η μάνα έκανε όπως είπε ο άντρας της, το τάιζε και του πουλιού το γάλα και το μωρό γινόταν όλο και πιο στρουμπουλό, όλο και πιο αφράτο.

Από το πολύ το τάισμα ο γιος έγινε δυο χρονώ και δεν έλεγε να σηκωθεί να περπατήσει ούτε να μιλήσει, έγινε πέντε χρονώ και  οι κουβέντες του ήταν λίγες.
Όταν διψούσε, έλεγε «νερό», όταν πεινούσε έλεγε, «φαί» και η μάνα του το έδινε στο στόμα.
Δεν έβγαινε να παίξει με τα άλλα παιδιά, έλεγε «βαριέμαι», όταν τον έστελναν για κάποια μικροδουλειά, έλεγε «δε θέλω» και όταν ήρθε η ώρα να πάει σχολείο πολύ του κακοφάνηκε που θα άφηνε το μαλακό του κρεβάτι
Με λίγα λόγια οι λέξεις που πρόφερε ο μικρός κληρονόμος ήταν  «Φαί, νερό, βαριέμαι, δε θέλω».
Τα χρόνια πέρασαν, ο μικρός μεγάλωσε και μια μέρα ο πατέρας τον φωνάζει και του λέει.
 «Άκουσε γιε μου. Τώρα θα πας στο Πανεπιστήμιο γιατί η περιουσία μας είναι μεγάλη, πρέπει να ξέρεις πολλά για να μπορέσεις να την κουμαντάρεις  και σε πέντε χρόνια που θα πάρεις το χαρτί θα σου δώσω ότι έχω και δεν έχω. Εγώ γέρασα και δεν μπορώ να κάνω καλό κουμάντο».
Ο νεαρός δέχτηκε με χαρά, γιατί είχε ακούσει πως στα Πανεπιστήμια οι φοιτητές περνούν ζωή και κότα.
Σαν πήγε στην πρωτεύουσα, έκανε ένα γύρο να δει τα αξιοθέατα, πέρασε μια βόλτα και από το Πανεπιστήμιο και... έπιασε το κρεβάτι.
Από το παράθυρο χάζευε την κίνηση στο δρόμο και κάθε μέρα σκεφτόταν πως την επομένη είχε να σηκωθεί πρωί να πάει στα μαθήματα.
Από την πολύ τη σκέψη όμως κουραζόταν, το έριχνε στον ύπνο και την επόμενη το ανέβαλε για την μεθεπόμενη και πάει λέγοντας, ώσπου έφτασε το τέλος της χρονιάς και γύρισε στο χωριό του για.... διακοπές.
Όλο το καλοκαίρι ο γιος ξεκουραζόταν και κανείς δεν τολμούσε να του ζητήσει μια χάρη, γιατί ήταν πολύ κουρασμένος από τα μαθήματα.
Με τα ίδια και τα ίδια ο γιος ξόδεψε τα χρόνια και χαρτί δεν πήρε.
Ήρθε όμως ο κακός καιρός και οι γονείς αρρώστησαν.
Πριν πεθάνει ο πατέρας που είχε καταλάβει τι κουμάσι ήταν ο γιος του, τον φωνάζει και του λέει.
«Άκουσε δω γιε μου. Επειδή είσαι μεγάλος τεμπέλης, φοβάμαι πως όταν εμείς λείψουμε, εσύ είσαι ικανός να πεθάνεις από την πείνα. Γι αυτό το λόγο στο σπίτι έχω κρύψει έναν μεγάλο θησαυρό για να σε βοηθήσει να ζήσεις γιατί με τη δουλειά δεν βλέπω να προκόβεις. Δεν θα σου πω όμως πού είναι, θα ψάξεις να τον βρεις όταν θα τον έχεις μεγάλη ανάγκη».

Μετά από λίγο καιρό οι γονείς πέθαναν και ο γιος έμεινε μόνος. Να δουλέψει ούτε κουβέντα, έπιασε πάλι το κρεβάτι και όταν είχε δουλειές που έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει φώναζε τους γείτονες
Σιγά -σιγά τα λεφτά που του άφησε ο πατέρας τελείωσαν αφού έτρωγε από τα έτοιμα και ο γιος όλο και σκεφτόταν πως ήταν καιρός να ψάξει το σπίτι για το θησαυρό.
Κάθε μέρα όμως που ξημέρωνε το ανέβαλε για την επόμενη γιατί του ήταν πολύ βαρετό να ψάχνει. .
Στην αρχή οι γείτονες τον λυπόταν και του πήγαιναν ένα πιάτο φαγητό, αυτός όμως γινόταν όλο και πιο απαιτητικός και στο τέλος τον βαρέθηκαν και τον παράτησαν.

Στο χωριό εκείνες τις μέρες κυκλοφορούσε και ένας ληστής με το όνομα Φούρκας, ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής .
Έμαθε τα καθέκαστα και σκέφτηκε πως ήταν μια καλή ευκαιρία να κλέψει κάτι από τον ανεπρόκοπο, αφού όπως έλεγαν όλοι δεν ενδιαφερόταν για την περιουσία του.
Ένας καλός φίλος πήγε να τον προειδοποιήσει. «Πρόσεξε, του λέει, κλείδωσε καλά και μην ανοίξεις σε κανέναν γιατί γυρνάει στα μέρη μας ο ληστής ο Φούρκας.».
Το βράδυ όμως ο γιος βαρέθηκε να σηκωθεί να κλειδώσει και τον πήρε ο ύπνος εκεί που καθόταν.
 Έτσι τη νύχτα βρήκε ευκαιρία ο Φούρκας και μπήκε ανενόχλητος στο σπίτι.
Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει, δεν είχε τίποτε να κλέψει πέρα από μερικά λουκάνικα και ξεραμένα παξιμάδια. Ξυπνάει το γιο.
«Βρε συ, του λέει, εγώ έμαθα πως είσαι πλούσιος, πού είναι τα λεφτά σου;»
«Ωχ Χριστιανέ μου, ώρα που βρήκες να ρωτήσεις πού είναι τα λεφτά μου», λέει ο γιος.
«Βρε συ, εγώ είμαι ληστής και ήρθα να σε κλέψω».
«Και γι αυτό με ξύπνησες, ψάξε να τα βρεις και άσε με να κοιμηθώ», απαντάει ο γιος και γυρνάει από το άλλο πλευρό.
«Καλός είναι τούτος δω», σκέφτεται ο Φούρκας και αρχίζει να ψάχνει όλο το σπίτι.
Ψάξε-ψάξε ο ληστής, ανακάλυψε το θησαυρό! Ο θησαυρός ήταν τόσο μεγάλος που ο Φούρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Άρχισε να γελάει και να χοροπηδάει από τη χαρά του και έκανε τόση φασαρία που ξύπνησε και τον τεμπέλη γιο.
«Βρήκες τίποτα;» ρωτάει τον ληστή.
«Αν βρήκα λέει! Κοιμήσου όμως εσύ, αφού κοιμάσαι όλη μέρα δεν τον έχεις ανάγκη το θησαυρό, άντε γεια σου» και φεύγει σαν νοικοκύρης.
Ακούει τα λόγια του ληστή ο τεμπέλης γιος και ξυπνάει για τα καλά.
«Βρε δε θες να ανακάλυψε το θησαυρό».
Κοιτάει την ώρα, τρεις τα χαράματα. «Ουφ, κάνει, πού να τρέχω τώρα μέσα στη νύχτα να βρω τον ληστή. Είναι και μακριά η χωροφυλακή»
Πέφτει πάλι και κοιμάται και επειδή δεν είχε χορτάσει ύπνο κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι.

Όταν έγιναν αυτά ήταν καλοκαίρι. Ήρθε όμως ο χειμώνας και για να ζεσταθεί το σπίτι έπρεπε να είναι αναμμένο το τζάκι.
Αλλά ποιος να κόψει ξύλα;
Το κρύο ήταν τσουχτερό και ο γιος αναγκάστηκε να πάει στον καλό φίλο να τον παρακαλέσει να του φέρει ξύλα στο σπίτι.
Τον τεμπέλη όμως τον βαριούνται και οι καλύτεροι φίλοι, έτσι κι εκείνος είπε όχι και δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά μαζί του.
Το ίδιο έκαναν και όλοι στο χωριό. Τον παράτησαν μόνο να κοιμάται όσο θέλει.
Από τότε κανείς δεν μίλησε για τον τεμπέλη κληρονόμο. έτσι κι εμείς δεν ξέρουμε τι απέγινε, ούτε αν έζησε καλά.

Το σίγουρο είναι πως εμείς ζούμε καλύτερα κι ας μην είμαστε πλούσιοι κληρονόμοι..


..

2 σχόλια:

  1. Aυτό το ωραίο και διδακτικό παραμύθι δεν πρέπει να το λέμε στα παιδάκια, αλλά στις Ελληνίδες μαννούλες...:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το συγκεκριμένο είναι παραμύθι για μεγάλους, όπως και άλλα που δημοσιεύονται εδώ και χωρίζονται με ετικέτες... Σ' ευχαριστώ για την ανάγνωση...

    ΑπάντησηΔιαγραφή