Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

To αγόρι που ζούσε μέσα από το παράθυρο...

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πλούσια γειτονιά με όμορφα σπίτια, ζούσε μια φτωχή οικογένεια στο μοναδικό μικρό σπιτάκι που είχε απομείνει, μάνα πατέρας και ένα παιδί που το ονόμασαν Ξένιο.
Οι γονείς δούλευαν στα πλουσιόσπιτα και μερικές φορές έπαιρναν μαζί τους και τον Ξένιο που τον άφηναν να παίζει στις μεγάλες αυλές.
Ένα πρωί καθώς ο Ξένιος ήταν καθισμένος στο γρασίδι της αυλής ενός από ταπλουσιόσπιτα και χάζευε τις ομορφιές, είδε μέσα από το παράθυρο του σπιτιού, να τον κοιτάζει ένα μικρό αγόρι.
Ήταν αδύνατο και το χλωμό του πρόσωπο φαίνονταν θλιμμένο.
Ο Ξένιος πλησίασε στο παράθυρο και ρώτησε το αγόρι.
«Τι κάνεις εκεί μέσα;. Γιατί δεν βγαίνεις στην αυλή;»
«Δεν μπορώ, είμαι άρρωστος», απάντησε το αγόρι.
«Αχ τι κρίμα και είναι τόσο όμορφη η μέρα σήμερα. Πότε θα γίνεις καλά;»
«Δεν ξέρω, είπε ο μικρός, μπορεί του χρόνου»
«Του χρόνου; Τι σόι αρρώστια είναι αυτή που θα κρατήσει ένα χρόνο;»
«Δεν ξέρω, είπε πάλι ο μικρός, οι γονείς μου λένε πως είμαι πολύ αδύναμος»
«Και πώς περνάς τη μέρα σου, τι παιχνίδια παίζεις;» ρώτησε με περιέργεια ο Ξένιος.
«Έχω πολλά παιχνίδια εδώ μέσα, είπε το παιδί μελαγχολικά, αλλά είναι βαρετό να παίζεις μόνος σου. Λυπάμαι που δεν μπορείς να έρθεις να παίξουμε μαζί!»
«Μπορώ, γιατί να μη μπορώ;» φώναξε πρόθυμα ο Ξένιος.
«Δεν μπορείς, γιατί οι γονείς μου δεν αφήνουν κανέναν να μπει στο σπίτι. Λένε πως δεν πρέπει να κολλήσω μικρόβια».
«Άλλο και τούτο, παραξενεύτηκε ο Ξένιος, τότε θέλεις να μιλάμε εσύ από μέσα κι εγώ από δω;»
«Αν θέλω λέει, να ήξερες πόσο θέλω μια παρέα!» φώναξε με χαρά το μικρό αγόρι και χαμογέλασε.
«Κοίτα, αν ανοίξεις λίγο το παράθυρο, νομίζεις πως θα κρυώσεις;»
«Τι να σου πω, έτσι λένε οι γονείς μου»
«Μπορείς να περπατήσεις;» ρώτησε ο Ξένιος.
«Μπορώ αλλά όχι για πολύ, κουράζομαι»
«Κοίτα, ξαναλέει ο Ξένιος, δεν ξέρω τι αρρώστια έχεις αλλά αφού μπορείς να μιλάς και να χαμογελάς, θα γίνεις σίγουρα καλά. Λίγο οι γιατροί, λίγο εσύ, θα γίνεις περδίκι. Αν θέλεις μπορώ να έρχομαι κάθε μέρα και να παίζουμε το παιχνίδι, κάνε ότι κάνω, το ξέρεις;»
«Όχι το μόνο που ξέρω να παίζω είναι τραινάκια και αλογάκια» απάντησε ο μικρός.
«Αυτά δεν είναι βαρετά; Ας αρχίσουμε το δικό μου παιχνίδι. Θα κοιτάς εμένα και ότι κάνω εγώ θα κάνεις κι εσύ» και ο Ξένιος σήκωσε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι.
Ο μικρός έκανε το ίδιο χαμογελώντας..
 Ύστερα ο Ξένιος τέντωσε τα χέρια του στο πλάι, το ίδιο και ο μικρός, μετά ο Ξένιος έσκυψε μπροστά και ο μικρός τον ακολούθησε.
«Τώρα θα ξανακάνουμε τις ίδιες κινήσεις άλλες τρεις φορές και μετά θα σου πω μια αστεία ιστορία από την παλιά μου γειτονιά», είπε ο Ξένιος και το χαμόγελο του μικρού έγινε πιο χαρούμενο.
Το  παιχνίδι του Ξένιου με το μικρό αγόρι κράτησε αρκετές ημέρες. Ο ένας μέσα καί ο άλλος έξω από το παράθυρο, έκαναν πολύ καλή παρέα και έγιναν φίλοι.
Τώρα ο μικρός όχι μόνο χαμογελούσε αλλά έσκαγε στα γέλια με τις αστείες ιστορίες που του έλεγε ο Ξένιος.


Και μια μέρα ο μικρός είπε στον Ξένιο.
«Θέλω να βγω στην αυλή»
Άνοιξε το παράθυρο και ο Ξένιος τον βοήθησε να κατέβει.
Ο ήλιος είδε το προσωπάκι του μικρού, το φίλησε και το κοκκίνισε και ο αέρας του χάιδεψε τα μαλλιά.
Το αγόρι δυσκολευόταν να περπατήσει και ο Ξένιος το έπιασε από το χέρι και μαζί έφτασαν μέχρι το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές. Το αγόρι πήρε μια βαθιά ανάσα και μύρισε το άρωμά τους.
Κάθισαν λίγη ώρα στο γρασίδι και ο καθαρός αέρας γέμισε τα πνευμόνια του αγοριού. Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα και την μεθεπόμενη και κράτησε μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Το αγόρι κάθε μέρα περπατούσε όλο και πιο εύκολα και το πρόσωπό του όλο και κοκκίνιζε.


Οι γονείς του κάλεσαν τους γιατρούς, οι γιατροί έκαναν συμβούλιο αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν το λόγο που η υγεία του μικρού πήγαινε τόσο καλά
Το καλοκαίρι όμως πέρασε και όταν έπιασαν τα πρώτα κρύα, ο Ξένιος ήταν να σκάσει που δεν μπορούσε να επισκέπτεται το αγόρι το ίδιο εύκολα.
Τότε σοφίστηκε κάτι άλλο και μια μέρα του λέει.
«Τώρα το χειμώνα, δεν θα μπορώ να έρχομαι τόσο συχνά, αλλά θα παίζουμε ένα άλλο παιχνίδι, εσύ από δω κι εγώ από το σπίτι μου Κάθε μεσημέρι θα σκεφτόμαστε κάτι και όταν συναντιόμαστε θα λέμε τι σκέφτηκε ο καθένας. Μπορεί στο τέλος να καταφέρουμε να σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα»
Ο μικρός ενθουσιάστηκε και το καινούργιο παιχνίδι κράτησε όλο το χειμώνα.


Και μια μέρα, στις αρχές της Άνοιξης, το μικρό αγόρι κάλεσε τον Ξένιο την Κυριακή που είχε τα γενέθλιά του..
Σαν έφτασε ο Ξένιος, είδε το μεγάλο σπίτι να λάμπει από φώτα και στολίδια. Στην πόρτα τον περίμεναν οι γονείς του αγοριού που τον άρπαξαν στην αγκαλιά τους και τον γέμισαν φιλιά. Τον έβαλαν να καθίσει στην πιο μεγάλη πολυθρόνα και έστρωσαν μπροστά του ένα σωρό καλούδια.
Τότε ο Ξένιος έμαθε τι είχε συμβεί.
Είχαν πιάσει τον γιο τους να κάνει βόλτα στον κήπο, φοβήθηκαν πως η υγεία του θα έπαιρνε πάλι την κάτω βόλτα,  φώναξαν τους γιατρούς κι εκείνοι είπαν πως το παιδί είχε γίνει εντελώς καλά.
Εκείνο από τη χαρά του είπε τα καθέκαστα και τώρα οι γονείς ζητούσαν να μάθουν πώς ένα παιδί σαν τον Ξένιο είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.


Ο Ξένιος δεν καταλάβαινε τι του έλεγαν, τους κοίταζε με απορία και όταν τέλειωσαν με τις ερωτήσεις απάντησε.
"Α εσείς οι μεγάλοι, τίποτε δεν καταλαβαίνετε, η αρρώστια του γιου σας ήταν πολύ απλή, έφταιγε που δεν είχε ούτε έναν φίλο για να κάνει παρέα. Μπα σε καλό σας!"

3 σχόλια: