Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Tι λένε τα άλογα για τους ανθρώπους...

Μια φορά και κάποιον καιρό, εκείνον τον παλιό καιρό που οι άνθρωποι δεν είχαν κατακλύσει τη γη και τα ζώα κυκλοφορούσαν ελεύθερα στους κάμπους, τότε συνέβη αυτό που θα σας πω.
Στον απέραντο και παρθένο θεσσαλικό κάμπο ζούσαμε εμείς, τα άγρια άλογα.
Τότε στον κάμπο φύτευε ο θεός γρασίδι και είμαστε ελεύθερα να καλπάσουμε όπου θέλαμε, να βοσκήσουμε και να χαρούμε την απεραντοσύνη.
Εμείς τα άλογα είμαστε άγρια κάποτε για έναν και μοναδικό λόγο.
 Δεν είχαμε συναντήσει ακόμα τους ανθρώπους, κανείς μέχρι τότε  δεν μας είχε εξαναγκάσει σε πειθαρχία και υπακοή ή όπως λέγεται πιο μαλακά, κανείς δεν ήθελε να μας εξημερώσει.
 Από τότε που βρεθήκαμε στη γη, ταξιδεύαμε καλπάζοντας από τον ένα τόπο στον άλλο όπου συναντούσαμε άλλες αγέλες και το είδος μας πληθύνονταν και μπορώ να σας διαβεβαιώσω, πως είμαστε ζώα ευτυχισμένα.
Τα χρόνια όμως αλλάζουν και μαζί τους αλλάζει και η ζωή.
Έτσι κάποια χρονιά, είδα να φτάνουν στον κάμπο ένας άνδρας και μια γυναίκα.
Κοίταξαν γύρω, διάλεξαν μιαν άκρη, μάζεψαν ξύλα και χορτάρια και έστησαν το καλύβι τους.
Η αγέλη μου κι εγώ παραξενευτήκαμε με τα καινούργια όντα, καλπάσαμε πιο μακριά, αλλά ως αρχηγός της αγέλης πλησίαζα κάθε τόσο στο καλύβι και παρατηρούσα τους γείτονες.
Κάθε πρωί οι δύο άνθρωποι καθάριζαν τον τόπο από τα χορτάρια γύρω από το καλύβι και σε λίγο καιρό ένας ωραίος κήπος με άλλου είδους φυτά δημιουργήθηκε.
Εμείς τότε δεν καταλαβαίναμε τίποτε αλλά τηρούσαμε όπως λένε σήμερα τις αποστάσεις για καλό και για κακό
Μετά από έναν χειμώνα, είδα ξαφνικά τον άντρα να έρχεται σιγά-σιγά κοντά μου και να πετάει κατά πάνω μου ένα χοντρό σκοινί, φτιαγμένο από κλωνάρια δέντρου.
Κατάλαβα πως δεν ήταν για καλό, μάζεψα την αγέλη μου και φύγαμε μακριά.
Το ίδιο όμως γινόταν για πολύ καιρό. Εμείς καλπάζαμε μακριά και ο άντρας έτρεχε πίσω μας, ώσπου μας έχανε...
Την τελευταία μέρα σκέφτηκα πως έπρεπε να του δώσω ένα μάθημα για να μην μας ξαναενοχλήσει.
Αφού σιγούρεψα την αγέλη, ορθώθηκα στα δυο μου πόδια και στάθηκα μπροστά του.
Ο άντρας τρόμαξε και έτσι που τον είδα τρομαγμένο καλοσύνεψα, τον ρώτησα τι συμβαίνει.
κι εκείνος μου είπε τον πόνο του.
«Αχ, λέει, εμένα που με βλέπεις μεγάλωσα μόνος. Όταν βαρέθηκα να τριγυρίζω, πήρα τα μάτια μου να βρω παρέα και ο δρόμος έφερε μπροστά μου αυτή τη γυναίκα.
 Είπαμε να ζήσουμε μαζί για να βοηθάει ο ένας τον άλλο, αυτή όμως είναι φωνακλού και τελευταία της μπήκε στο μυαλό να πιάσει κανά δυο από εσάς, γιατί λέει είστε ζώα δυνατά και θα μας βοηθάτε στις δουλειές.
Εμένα δε με νοιάζει, εκείνη όμως θέλει να μεγαλώσει τον κήπο, να καθαρίσουμε μεγαλύτερο κομμάτι γης και να φυτέψουμε σιτάρι.
Λέει πως αν έχουμε δυο άλογα, μπορούμε να φορτώνουμε στις πλάτες σας το στάρι μας, θα κουβαλάτε κι εμάς και δεν θα κουραζόμαστε περπατώντας μέρες και νύχτες.
Γι αυτό κάθε πρωί με στέλνει να βγω να σας κυνηγήσω. Αχ καλό μου άλογο, έλα μαζί μου να ησυχάσω από τη γκρίνια της και ύστερα δες το από την καλή πλευρά.
Εμείς χρειαζόμαστε εσάς, αλλά κι εσείς δεν θα βγείτε χαμένοι. Θα κοιμάστε στο καλύβι όταν βρέχει και το χειμώνα θα τρώτε το άχυρο που θα μένει από το στάρι και δεν θα είστε αναγκασμένοι να ψάχνετε για τροφή»
«Τι κάθεσαι και λες τώρα, απαντάω, εμείς καλπάζουμε από τόπο σε τόπο και τρεφόμαστε με το γρασίδι που είναι άφθονο.
Εσείς μπορεί να μας χρειάζεστε, εμείς όμως όχι»
«Να σου πω, μου λέει ο άντρας, ο κάμπος δεν θα είναι όπως τον βλέπεις τώρα.
 Εδώ θα έρθουν και άλλοι άνθρωποι, τα λιβάδια θα εξαφανιστούν, για να βρείτε γρασίδι θα πρέπει να πάτε πολύ μακριά και σε λίγο δεν θα υπάρχει μέρος για σας, γιατί παντού θα ζουν άνθρωποι.
Με τον καιρό θα αναγκαστείτε να ζείτε μαζί μας και όσο πιο γρήγορα συνηθίσετε τόσο καλύτερα»
«Κι εσύ πού τα ξέρεις όλα αυτά;» ρώτησα με απορία.
«Πού τα ξέρω; Αφού μια γυναίκα είναι εδώ και θέλει να σκάψει όλο τον κάμπο, φαντάζεσαι να έρθουν πέντε-έξη σαν αυτή;»
«Δηλαδή σε σας, τα θηλυκά είναι οι αρχηγοί της αγέλης, ρωτάω με απορία, εμείς έχουμε τα αρσενικά για αρχηγούς»
«Μη κοιτάς, άλλο τα άλογα και άλλο οι άνθρωποι», μου απαντάει εκείνος.
Βρε κοίτα να δεις τι γίνεται στη φύση, σκέφτηκα, αλλά που να ξέρω πως είχαν να δουν πολλά τα μάτια μου, καθώς με τα χρόνια διαπίστωσα πως η ανθρώπινη αγέλη ήταν πέρα για πέρα διαφορετική από τα άλλα ζώα που ζούσαν στον κάμπο.
Είπε και άλλα πολλά εκείνη τη μέρα ο άντρας και θες γιατί τον λυπήθηκα, θες από περιέργεια, του υποσχέθηκα πως την επόμενη θα τον άφηνα να με πάρει μαζί του στο καλύβι.
Κανόνισα τα της αγέλης μου, έδωσα την αρχηγία στον πιο δυνατό μετά από μένα, πήρα τη σύντροφό μου και την άλλη μέρα ακολούθησα τον άντρα στο καλύβι.
Αυτά που είδα να συμβαίνουν στις αγέλες των ανθρώπων, θα σας τα διηγηθώ άλλη φορά.
Για τώρα έχω να σας πω ότι ο άντρας και η γυναίκα που ζούσαν στο καλύβι ονομάστηκαν αφεντικά μας, μας έμαθαν να κάνουμε πράγματα που δεν ήταν στη φύση μας και ότι όσα μου είπε ο άντρας την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, είναι αλήθεια.
 Τελικά ήρθαν καιροί που το γρασίδι εξαφανίστηκε και η φάρα μας χρειάστηκε τους ανθρώπους.
Έτσι έγιναν τα πράγματα κι εμείς, τα άγρια άλογα εξημερωθήκαμε και από τότε ζούμε μια αρμονική ζωή κοντά στον άνθρωπο. Για να πω μάλιστα την αλήθεια τους αγαπήσαμε και μας αγάπησαν, όσο για τους προγόνους μας άκουσα πως υπάρχουν ακόμα μερικοί που ζουν πολύ μακριά....









,




Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

To αγόρι που ζούσε μέσα από το παράθυρο...

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πλούσια γειτονιά με όμορφα σπίτια, ζούσε μια φτωχή οικογένεια στο μοναδικό μικρό σπιτάκι που είχε απομείνει, μάνα πατέρας και ένα παιδί που το ονόμασαν Ξένιο.
Οι γονείς δούλευαν στα πλουσιόσπιτα και μερικές φορές έπαιρναν μαζί τους και τον Ξένιο που τον άφηναν να παίζει στις μεγάλες αυλές.
Ένα πρωί καθώς ο Ξένιος ήταν καθισμένος στο γρασίδι της αυλής ενός από ταπλουσιόσπιτα και χάζευε τις ομορφιές, είδε μέσα από το παράθυρο του σπιτιού, να τον κοιτάζει ένα μικρό αγόρι.
Ήταν αδύνατο και το χλωμό του πρόσωπο φαίνονταν θλιμμένο.
Ο Ξένιος πλησίασε στο παράθυρο και ρώτησε το αγόρι.
«Τι κάνεις εκεί μέσα;. Γιατί δεν βγαίνεις στην αυλή;»
«Δεν μπορώ, είμαι άρρωστος», απάντησε το αγόρι.
«Αχ τι κρίμα και είναι τόσο όμορφη η μέρα σήμερα. Πότε θα γίνεις καλά;»
«Δεν ξέρω, είπε ο μικρός, μπορεί του χρόνου»
«Του χρόνου; Τι σόι αρρώστια είναι αυτή που θα κρατήσει ένα χρόνο;»
«Δεν ξέρω, είπε πάλι ο μικρός, οι γονείς μου λένε πως είμαι πολύ αδύναμος»
«Και πώς περνάς τη μέρα σου, τι παιχνίδια παίζεις;» ρώτησε με περιέργεια ο Ξένιος.
«Έχω πολλά παιχνίδια εδώ μέσα, είπε το παιδί μελαγχολικά, αλλά είναι βαρετό να παίζεις μόνος σου. Λυπάμαι που δεν μπορείς να έρθεις να παίξουμε μαζί!»
«Μπορώ, γιατί να μη μπορώ;» φώναξε πρόθυμα ο Ξένιος.
«Δεν μπορείς, γιατί οι γονείς μου δεν αφήνουν κανέναν να μπει στο σπίτι. Λένε πως δεν πρέπει να κολλήσω μικρόβια».
«Άλλο και τούτο, παραξενεύτηκε ο Ξένιος, τότε θέλεις να μιλάμε εσύ από μέσα κι εγώ από δω;»
«Αν θέλω λέει, να ήξερες πόσο θέλω μια παρέα!» φώναξε με χαρά το μικρό αγόρι και χαμογέλασε.
«Κοίτα, αν ανοίξεις λίγο το παράθυρο, νομίζεις πως θα κρυώσεις;»
«Τι να σου πω, έτσι λένε οι γονείς μου»
«Μπορείς να περπατήσεις;» ρώτησε ο Ξένιος.
«Μπορώ αλλά όχι για πολύ, κουράζομαι»
«Κοίτα, ξαναλέει ο Ξένιος, δεν ξέρω τι αρρώστια έχεις αλλά αφού μπορείς να μιλάς και να χαμογελάς, θα γίνεις σίγουρα καλά. Λίγο οι γιατροί, λίγο εσύ, θα γίνεις περδίκι. Αν θέλεις μπορώ να έρχομαι κάθε μέρα και να παίζουμε το παιχνίδι, κάνε ότι κάνω, το ξέρεις;»
«Όχι το μόνο που ξέρω να παίζω είναι τραινάκια και αλογάκια» απάντησε ο μικρός.
«Αυτά δεν είναι βαρετά; Ας αρχίσουμε το δικό μου παιχνίδι. Θα κοιτάς εμένα και ότι κάνω εγώ θα κάνεις κι εσύ» και ο Ξένιος σήκωσε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι.
Ο μικρός έκανε το ίδιο χαμογελώντας..
 Ύστερα ο Ξένιος τέντωσε τα χέρια του στο πλάι, το ίδιο και ο μικρός, μετά ο Ξένιος έσκυψε μπροστά και ο μικρός τον ακολούθησε.
«Τώρα θα ξανακάνουμε τις ίδιες κινήσεις άλλες τρεις φορές και μετά θα σου πω μια αστεία ιστορία από την παλιά μου γειτονιά», είπε ο Ξένιος και το χαμόγελο του μικρού έγινε πιο χαρούμενο.
Το  παιχνίδι του Ξένιου με το μικρό αγόρι κράτησε αρκετές ημέρες. Ο ένας μέσα καί ο άλλος έξω από το παράθυρο, έκαναν πολύ καλή παρέα και έγιναν φίλοι.
Τώρα ο μικρός όχι μόνο χαμογελούσε αλλά έσκαγε στα γέλια με τις αστείες ιστορίες που του έλεγε ο Ξένιος.


Και μια μέρα ο μικρός είπε στον Ξένιο.
«Θέλω να βγω στην αυλή»
Άνοιξε το παράθυρο και ο Ξένιος τον βοήθησε να κατέβει.
Ο ήλιος είδε το προσωπάκι του μικρού, το φίλησε και το κοκκίνισε και ο αέρας του χάιδεψε τα μαλλιά.
Το αγόρι δυσκολευόταν να περπατήσει και ο Ξένιος το έπιασε από το χέρι και μαζί έφτασαν μέχρι το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές. Το αγόρι πήρε μια βαθιά ανάσα και μύρισε το άρωμά τους.
Κάθισαν λίγη ώρα στο γρασίδι και ο καθαρός αέρας γέμισε τα πνευμόνια του αγοριού. Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα και την μεθεπόμενη και κράτησε μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Το αγόρι κάθε μέρα περπατούσε όλο και πιο εύκολα και το πρόσωπό του όλο και κοκκίνιζε.


Οι γονείς του κάλεσαν τους γιατρούς, οι γιατροί έκαναν συμβούλιο αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν το λόγο που η υγεία του μικρού πήγαινε τόσο καλά
Το καλοκαίρι όμως πέρασε και όταν έπιασαν τα πρώτα κρύα, ο Ξένιος ήταν να σκάσει που δεν μπορούσε να επισκέπτεται το αγόρι το ίδιο εύκολα.
Τότε σοφίστηκε κάτι άλλο και μια μέρα του λέει.
«Τώρα το χειμώνα, δεν θα μπορώ να έρχομαι τόσο συχνά, αλλά θα παίζουμε ένα άλλο παιχνίδι, εσύ από δω κι εγώ από το σπίτι μου Κάθε μεσημέρι θα σκεφτόμαστε κάτι και όταν συναντιόμαστε θα λέμε τι σκέφτηκε ο καθένας. Μπορεί στο τέλος να καταφέρουμε να σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα»
Ο μικρός ενθουσιάστηκε και το καινούργιο παιχνίδι κράτησε όλο το χειμώνα.


Και μια μέρα, στις αρχές της Άνοιξης, το μικρό αγόρι κάλεσε τον Ξένιο την Κυριακή που είχε τα γενέθλιά του..
Σαν έφτασε ο Ξένιος, είδε το μεγάλο σπίτι να λάμπει από φώτα και στολίδια. Στην πόρτα τον περίμεναν οι γονείς του αγοριού που τον άρπαξαν στην αγκαλιά τους και τον γέμισαν φιλιά. Τον έβαλαν να καθίσει στην πιο μεγάλη πολυθρόνα και έστρωσαν μπροστά του ένα σωρό καλούδια.
Τότε ο Ξένιος έμαθε τι είχε συμβεί.
Είχαν πιάσει τον γιο τους να κάνει βόλτα στον κήπο, φοβήθηκαν πως η υγεία του θα έπαιρνε πάλι την κάτω βόλτα,  φώναξαν τους γιατρούς κι εκείνοι είπαν πως το παιδί είχε γίνει εντελώς καλά.
Εκείνο από τη χαρά του είπε τα καθέκαστα και τώρα οι γονείς ζητούσαν να μάθουν πώς ένα παιδί σαν τον Ξένιο είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.


Ο Ξένιος δεν καταλάβαινε τι του έλεγαν, τους κοίταζε με απορία και όταν τέλειωσαν με τις ερωτήσεις απάντησε.
"Α εσείς οι μεγάλοι, τίποτε δεν καταλαβαίνετε, η αρρώστια του γιου σας ήταν πολύ απλή, έφταιγε που δεν είχε ούτε έναν φίλο για να κάνει παρέα. Μπα σε καλό σας!"

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Ένα αστέρι που το έλεγαν Γη...

Μια φορά κι έναν καιρό, στο πολύ μεγάλο βάθος του χρόνου, γεννήθηκε στον ουρανό ένα αστέρι.
Γεννήθηκε στην ίδια γειτονιά που ζούσε o μεγάλος Μάγος που μόλις άκουσε για τη γέννησή του, έτρεξε και ζήτησε να γίνει ο νονός του.
Χτύπησε το ραβδί του και χάρισε στο αστέρι άπειρη ομορφιά.
Το γέμισε με κρυστάλλινα νερά, του χάρισε καταπράσινα λιβάδια και πυκνά δάση, πανύψηλα βουνά.
Του χάρισε αέρα και βροχή για να ποτίζονται και να πυκνώνουν τα δάση και πρόσταξε τον ήλιο να φωτίζει και να ζεσταίνει το αστέρι.
Το βάφτισε και το ονόμασε Γη.

Όταν το αστέρι μεγάλωσε αρκετά, κάθισε και σκέφτηκε.
«Τι να την κάνω τόση ομορφιά έτσι που είμαι μοναχό μου, ας ήταν να έχω κάποιον να με αγαπάει!»
Ο καλός Μάγος που όλον εκείνο τον καιρό περιδιάβαινε τα δάση και καμάρωνε τη Γη, τίναξε πάλι το ραβδί του και είπε.
«Ας γίνει ότι πρέπει για να είναι ευτυχισμένη η Γη».
Έτσι στο αστέρι δημιουργήθηκε και άλλη ζωή και μια μέρα που ο νονός της Γης καθόταν στην κορφή του πιο ψηλού βουνού, είδε κάτω χαμηλά. ζώα και λίγους ανθρώπους.
Πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια και είδε περισσότερους ανθρώπους και μετά από άλλα τόσα χρόνια όπου και να πήγαινε συναντούσε ανθρώπους.
Το αστέρι όλο και ομόρφαινε, τα δάση γίνονταν όλο και πιο πυκνά, οι θάλασσες σχημάτισαν βυθούς ονειρεμένους, τα ποτάμια έτρεχαν γρήγορα να προλάβουν να ποτίσουν τα δέντρα, τα φυτά, να ξεδιψάσουν τα ζώα και τους ανθρώπους.

Χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια πέρασαν πάλι και ο καλός Μάγος παρακολουθούσε ευχαριστημένος τη Γη να μεγαλώνει και να ομορφαίνει και να γεννάει καινούργιες ζωές, και τους ανθρώπους να πληθαίνουν και να σκορπίζονται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.
Χάραξαν δρόμους και έφτιαξαν σπίτια, λιμάνια και σταθμούς.
Ύστερα ψήλωσαν τα σπίτια και έχτισαν εργοστάσια που έβγαζαν μαύρο καπνό.
Οι άνθρωποι άνοιξαν τα σπλάχνα της Γης και έβγαλαν τους θησαυρούς της.
Έκαψαν τα δάση της για να χτίσουν κτήρια και  χάραξαν περισσότερους δρόμους.
Πότισαν με δηλητήρια τα κρυστάλλινα νερά που θόλωσαν και πίκρισαν και σιγά-σιγά σταμάτησαν το μεγάλο τους ταξίδι.
Τα ποτάμια που έτρεχαν να προλάβουν να ποτίσουν τα χώματα, κουράστηκαν και στέρεψαν.
Ο αέρας δεν έβρισκε χώρο να φυσήξει την ανάσα του, να χαρίσει τη δροσιά του.
Ο ήλιος που ήταν καλόψυχος και πονετικός αγρίεψε καθώς οι άνθρωποι τον ειρωνεύονταν και τον προκαλούσαν να στείλει αν μπορεί τις πιο καυτές αχτίνες του στη Γη.

Ώσπου μια μέρα η  Γη θύμωσε, φώναξε τον καλό Μάγο, τον νονό της και του παραπονέθηκε.
«Κοίταξε πώς κατάντησα εγώ, το όμορφο αστέρι, το πιο όμορφο του ουρανού!
Τα σπλάχνα μου αρρώστησαν, η ανάσα μου μυρίζει άσχημα, τα ποτάμια μου θόλωσαν, τα νερά μου χάθηκαν, τα δάση μου ξεράθηκαν, ο ήλιος που με ζέσταινε, τώρα με κατακαίει.
Σου ζήτησα να μου χαρίσεις συντροφιά, αλλά οι σύντροφοί μου με κορόιδεψαν, δεν με σεβάστηκαν, κάθε μέρα με κάνουν να υποφέρω όλο και πιο πολύ.
Κουράστηκα και δεν με αφήνουν στιγμή να ξεκουραστώ, δεν μπορώ να συγκρατήσω πια το σώμα μου.
Φοβάμαι πως σε λίγο θα πεθάνω».

Ο καλός Μάγος συνοφρυώθηκε, φώναξε τους ανθρώπους και τους παρακάλεσε να φροντίσουν την υγεία της βαφτισιμιάς του, να βρουν τρόπους να την ανακουφίσουν, γιατί εκείνη τόσα χρόνια ήταν μεγαλόψυχη μαζί τους και έκανε γι αυτούς ότι περνούσε από το χέρι της.
Οι άνθρωποι γέλασαν και αδιαφόρησαν.

Ένα βράδυ η Γη ξάπλωσε να ξεκουράσει λίγο το σώμα της.
 Ήταν τόσο κουρασμένη που χωρίς να το καταλάβει την πήρε ο ύπνος.
Μέσα στον ύπνο της αναδεύτηκε και γύρισε στο πλάι.
Το φορτίο που υπήρχε πάνω της κύλησε στους ωκεανούς και το κατάπιε ο βυθός τους.
Το σώμα της Γης ανακουφίστηκε, ελάφρυνε και η Πανέμορφη κοιμήθηκε πολύ-πολύ βαθιά.
Ο Καλός Μάγος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την ξυπνήσει.

Η Γη κοιμήθηκε βαθιά και θα έκανε πολλά μα πάρα πολλά-πολλά χρόνια να ξυπνήσει...